Γιάννης Κουτσούκος

Σεπτεμβρίου 3, 2016

ΤΑ 86 ΒΊΝΤΕΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΥ ΣΤΟ joutu. be

Filed under: Διάφορα θέματα. — Γιάννης Κουτσούκος @ 8:43 μμ
  • Πιο κάτω παραθέτουμε :
  • 75 βίντεο του Γιάννη Κουτσούκου από το κανάλι joutu.be πνευματική αναγέννηση με 11.783 προβολές μέχρι σήμερα.
  •  11 βίντεο τηλεοπτικές εκπομπές του Γιάννη Κουτσούκου στο joutu.be sto John Soulis με συνολικά 11.895 προβολές.

..-..    .Ένα βίντεο ΔΕΡΒΕΝΆΚΙΑ -ΑΓΙΟΣ      ΣΩΣΤΗΣ………………………………………4.376……….προβολές

-ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ   βίντεο                                         7.738             προβολλές

………………………………………………………ΣΥΝΟΛΟΝ ΒΙΝΤΕΟ    88

                                                                    ΣΥΝΟΛΙΚΣΣ  ΠΡΟΒΟΛΕΣ   35.792

 

 

………………………………………………

  • Α)  75 βίντεο του Γιάννη Κουτσούκου από το κανάλι joutu.be πνευματική αναγέννηση με 11.783 προβολές μέχρι σήμερα.

 

 

Αυγούστου 21, 2016

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΦΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ.

Filed under: ιστορία — Γιάννης Κουτσούκος @ 10:57 μμ

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΟΡΦΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ.
ΕΝΑ ΤΑΞΕΙΔΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ.
Ο ΜΥΘΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΠΟΗΧΟΣ ΕΝΟΣ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΘΟΝ ΚΑΙ ΕΦΘΑΣΕ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ.
ΣΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙ ΤΟΥ ΑΥΤΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΕΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΚΟ Ο ΜΥΘΟΣ ΝΑ ΕΧΕΙ ΥΠΟΣΤΕΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ.
Ο ΤΟΠΟΓΡΑΦΟΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ – ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΦΙΑΣ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΣ ΣΕ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΥ ΤΟ 2011. Ο ΙΔΙΟΣ ΚΑΝΕΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΑΥΤΟΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΦΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ ΧΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ.

(Παραλείψετε τις διαφημίσεις περίπου 2,5 λεπτά στην αρχή και 1,5 λεπτό προ του τέλους)

 

 

Αυγούστου 12, 2016

Βίντεο για την φιλοκαλία των ιερών νηπτικών της ορθοδοξίας.

Filed under: Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών.,θεολογία — Γιάννης Κουτσούκος @ 12:22 μμ

http://www.youtube.com/watch?v=kItBhvTFqx

 

Μέσα από μία σειρα  τηλεοπτικών εκπομπών  του Γιάννη Κουτσούκου γίνεται μία προσπάθεια να απλουστευθούν τα φιλοκαλικά κείμενα και να εκφραστούν με έννοιες κατανοητές.
Δείτε πιο κάτω το περιεχόμενο του Βίντεο
Τo σχετικό DVD  διατίθεται  και δωρεάν σε όποιον το ζητήσει.Από την φιλοκαλία των ιερών νηπτικών. Ένα βίντεο διάρκειας δύο ωρών.
———–
TI EINAI ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ-Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΜΕΘΕΚΤΗ .
–ΟΙ  ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΑΜΕΘΕΚΤΕΣ.– ΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.–ΜΕΘΕΞΗ (ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ) ΣΤΙΣ ΚΑΤΑ ΧΑΡΙΝ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ.–ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΘΕΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑ ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΜΕΘΕΞΗ.
–ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΜΕΘΕΞΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΕ ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ.–ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑ ΧΑΡΙΝ ΘΕΩΣΗ ΤΟΥ.–ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ  ΑΠΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑ ΧΑΡΙΝ ΘΕΩΣΗ ΤΟΥ.–ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ  ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗΓ)
–ΚΑΘΑΡΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ.ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ)–ΚΑΘΑΡΣΗ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ–ΠΑΘΗ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.–ΤΑ ΕΠΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ .–ΗΓΕΜΟΝΑΣ ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.–ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ.Δ)
–ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΗ–ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΙΩΝΑΣ.–ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ.–ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΓΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

–ΑΝΑΛΗΨΗ  ΧΡΙΣΤΟΥ

Αυγούστου 10, 2016

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΥMΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ.

Filed under: Θεολογία,Υμνογραφία — Γιάννης Κουτσούκος @ 8:42 πμ

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ

Α) Η Μεταμόρφωση είναι προοίμιο της δευτέρας και ενδόξου παρουσίας του Χριστού[1].

Κατά την Μεταμόρφωση στο Θαβώρ ο Χριστός έλαμψε κατά τρόπο υπερφυσικό για τους παρισταμένους, τον Μωυσή και τον Ηλία, εκπροσώπους  της Παλαιάς Διαθήκης (του μωσαϊκού νόμου) και για τους προκρίτους αποστόλους Πέτρο Ιάκωβο και Ιωάννη, εκπροσώπους της Καινής Διαθήκης (της Χάρητος).  Αυτό το έκανε ο Χριστός με την άκτιστη θεϊκή ενέργεια του [2] και με τον σκοπό να δείξει εμφανώς  πως θα είναι το  μυστήριο της μελλοντικής δευτέρας και ενδόξου παρουσίας Του.  Κατά την Δευτέρα  παρουσία ο ίδιος ο Χριστός  (ύψιστος Θεός) θα παρουσιασθεί ως φύση Θεός[3]  (Θεός εκ φύσεως και όχι εκ θέσεως) μέσα στους κατά χάριν Θεούς[4].(θεωμένους  εκ θέσεως πιστούς ανθρώπους).

Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ονομάζει το μετά την Δευτέρα παρουσία χρονικό διάστημα όγδοο αιώνα.[5]: και λέει, ότι ….ο Χριστός  θα εμφανισθεί στους θεωμένους  πιστούς, κατά τον ίδιο τρόπο που εμφανίσθηκε στο Θαβώρ στους Αποστόλους[6]  Επίσης ο Γρηγόριος ο Παλαμάς μιλάει για το φως της Μεταμορφώσεως της ογδόης[7] ότι είναι μυστήριο και συμπληρώνει, ότι κατά τον όγδοο αιώνα (δηλαδή το μετά την δευτέρα παρουσία ατελεύτητο χρονικό διάστημα) θα εμφανισθεί η βασιλεία του Θεού σύμφωνα με την θεϊκή επενέργεια..

Β) Στο Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωση έχουμε τη συνάντηση του κτιστού και του ακτίστου.[8]

Το άκτιστο στο Θαβώρ ήταν η παρουσία της Αγίας Τριάδας:  Ο Πατήρ με την φωνή που ακούστηκε αυτός είναι ο υιός μου ο αγαπητός…  Ο Υιός ήταν η παρουσία του Χριστού ως τελείου Θεού (δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος) και συγχρόνως και τελείου ανθρώπου. Το Άγιο Πνεύμα παρίστατο ως φωτεινή νεφέλη.

Ο Χριστός παρίστατο ως κυβερνήτης του Ουρανού, ως βασιλεύων της γης και κύριος των καταχθονίων (του Άδου). Ακριβώς για τον λόγο αυτόν παρευρέθησαν κοντά του

οι απόστολοι από την γη (Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης), ο προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης[9] ως εξ ουρανού (σαν από τον ουρανό)[10] και ο Μωσής από τους νεκρούς .Όλοι αυτοί αντιπροσώπευαν το κτιστό.

Γ) Κατά την Μεταμόρφωση στο Θαβώρ έχουμε την κατά χάριν θεότητα των πιστών και την κατά φύσιν θεότητα του Χριστού[11].

Ο υμνογράφος Ιωάννης Δαμασκηνός λέει, ότι ο Χριστός δεν είναι κατά χάριν αλλά κατ ουσίαν  Υιός αγαπημένος και υπάρχει προαιώνια. Όταν έγινε άνθρωπος συναναστράφηκε  με μας τους ανθρώπους χωρίς να υποστεί μεταβολή η θεότητα του (ατρέπτως). Οι Απόστολοι και προφήτες που παρευρέθησαν στο Θαβώρ δεν είναι εκ φύσεως θεοί, αλλά κατά χάριν θεωμένοι  (μέσα από την προαίρεση τους, τον αγώνα τους και κυρίως την επενέργεια της θείας χάρητος

Δ) Το Θαβώρειο φως ήταν άκτιστο και όχι κτιστό[12].

Στον ειρμό της εβδόμης ωδής του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού αναφέρεται ότι  «…νυν καθωράθη Αποστόλοις τα αθέατα, Θεότης εν σαρκίω..», που μεταφραζόμενο σημαίνει ότι «..τώρα στο Θαβώρ οι Απόστολοι είδαν καθαρά αυτά που δεν μπορεί να δει ανθρώπινο μάτι, δηλαδή είδαν την θεότητα να αστράφτει μπροστά τους σε ανθρώπινο σώμα…»  Είναι γνωστό ότι και η ουσία αλλά και οι ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και αμέθεκτες . Ο άνθρωπος δεν είναι άκτιστος, αλλά κτιστός, κτίσμα του Θεού. Συνεπώς με την απλή λογική δεν θα μπορούσε να έχει μέθεξη (συμμετοχή) ούτε στην άκτιστη ουσία ,αλλά ούτε και στις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού.

Σύμφωνα όμως με τους φιλοκαλικούς πατέρες της ορθοδοξίας και ο «κτιστός» άνθρωπος μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να έχει μέθεξη (συμμετοχή) στις «κατά χάριν » άκτιστες ενέργειες του Θεού. Το «κατά χάριν» σημαίνει και από θεϊκή φιλευσπλαχνία. Κάτι ανάλογο ισχύει και για την«κατά χάριν θέωση» του ανθρώπου. Κατά συνέπειαν το Θαβώρειο φως που είδαν οι Απόστολοι ήταν άκτιστο και όχι κτιστό, όπως εσφαλμένα υποστήριζε ο καλαβρός Βαρλαάμ, (τον οποίον αντιμετώπισε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και τον κατεδίκασε και η ορθόδοξος σύνοδος του 1341).

Για το θέμα αυτό των «  κατά χάριν ακτίστων  ενέργειών  ».στο Θαβώρ ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρατηρεί [13] « εννοείται εδώ όχι η ουσία του Θεού, διότι αυτή είναι αθέατος και ακατανόητος, αλλά η ενέργεια η άκτιστη, η χάρις και το φως αυτό που είδαν οι Απόστολοι».

Ε) Στο Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωση έχουμε μίξη όλης της Θεότητος με την ανθρωπότητα σε μία υπόσταση[14].

Στην τρίτη ωδή, τροπάριο τρίτο, του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού αναφέρεται ότι

«Θεός όλος υπάρχων,

όλος βροτός γέγονας,

όλη τη Θεότητι μίξας

την ανθρωπότητα,

εν υποστάσει σου,

ην εν δυσί ταις ουσίαις,

Μωυσής Ηλίας τε

είδον εν Θαβώρ »

Μετάφραση: Συ Χριστέ, που έχεις όλο το πλήρωμα της θεότητος, έγινες και τέλειος άνθρωπος (πήρες με την θέληση σου και όλη την βροτείαν θνητή φύση, όμως χωρίς αμαρτία και χωρίς το προπατορικό αμάρτημα και είσαι πάντα και τέλειος Θεός) και ένωσας με ολόκληρη την θεότητα σου την ανθρώπινη φύση σε μία υπόσταση. Αυτή την υπόσταση με τις δύο ουσίες είδαν ο Μωυσής και ο Ηλίας στο όρος Θαβώρ

Όλο το νόημα πέφτει στη φράση όλη «τη Θεότητι μίξας την ανθρωπότηταΔηλαδή ο υμνωδός με άλλα λόγια λέει ότι   εις ολόκληρον την φύσιν της θεότητος σου ήνωσας ολόκληρον την φύσιν της ανθρωπότητος εν τη μια υποστάσει

Γιάννης Κουτσούκος

Κεφαλλονιά 6-8-2016

Εορτή της Μεταμορφώσεως.

 

[1] Ωδή ενάτη, ειρμός του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[2] Ακτιστο θαβώρειο Φως.

[3] Ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, όχι ως κτίσμα αλλά άκτιστος, άχρονος, παντοδύναμος κλπ, αποτελούμενος από την άκτιστη και αμέθεκτη θεϊκή ουσία και από τις άκτιστες και αμέθεκτες θεϊκές ενέργειες.

[4] Κατά χάριν θεοί είναι οι πιστοί εκείνοι που πέτυχαν στην εδώ ζωή τους με την αγαθή προαίρεση τους, τον πνευματικό τους αγώνα, την κάθαρση των ψυχικών και σωματικών παθών και κυρίως με την επενέργεια της θείας χάριτος να φθάσουν κατά τη Δευτέρα παρουσία στην κατά χάριν θέωση. Να γίνουν δηλαδή θέσει θεοί (κατά θέσιν) και όχι φύσει θεοί. (δηλαδή εκ φύσεως).

[5] P.G.96, 560.   Επίσης στην Κ.Δ και στην υμνολογία ονομάζεται και Καινή κτίση, μέλλοντας αιώνας ή καινή φωτοχυσία.

[6] P.G. 96, 560   ούτως ο Δεσπότης οφθήσεται τοις τελείοις θεράπουσιν αυτού, ον τρόπον εν όρει Θαβώρ τοις Αποστόλοις τεθέαται

[7] ΕΠΕ Γρηγ. Παλαμά ΕΡΓΑ 10, 362. Κατά την ογδόην γαρ, δυνάμει κρείτονος ενεργείας η βασιλεία του Θεού φαίνεται.

[8] Ωδή ογδόη, τροπάριο τρίτο του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του μεγάλου υμνογράφου οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[9] Ωδή ογδόη, τροπάριο τρίτο του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του υμνογράφου οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[10] Δ Βασιλ. 2, 11

[11] Ωδή εβδόμη, τροπάριο τέταρτο ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του υμνογράφου οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[12] Ωδή εβδόμη, τροπάριο ειρμός του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του υμνογράφου  οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[13] Εορτοδρόμειο Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτη, σελ 636

[14] Ωδή Τρίτη, τροπάριο τρίτο του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του υμνογράφου οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

Αυγούστου 8, 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ: ΕΜΜΕΤΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΕΠΟΧΗ.

Filed under: Uncategorized — Γιάννης Κουτσούκος @ 9:21 μμ

Τα πιο κάτω κείμενα  περιλαμβάνονται στο νέο υπό έκδοση βιβλίο του Γιάννη Κουτσούκου με τον ομώνυμο τίτλο..

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ
ΕΜΜΕΤΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΕΠΟΧΗ
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
ΚΟΡΙΝΘΟΣ  2016

 

 

 

 

 

 

Πίνακας περιεχομένων

ΕΜΜΕΤΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ.. 3

ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ ΜΟΥΣΑ. Δημοσιευμένο την 2-3-1958 ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου από την μαθητική εποχή στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος. 4

ΣΤΟΝ ΔΙONYΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ. Δημοσιευμένο ποίημα στις 3-3-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος από τα μαθητικά χρόνια του Γιάννη Κουτσούκου αφιερωμένο στον εθνικό μας ποιητή. 10

ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΓΧΟΝΗΣ. 17

Μάνα. Δημοσιευμένο από την μαθητική εποχή ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου στις 7-4-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος. 20

Δερβενάκια. Δημοσιευμένο ποίημα από την μαθητική εποχή του Γιάννη Κουτσούκου στις 19-8-1956 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθο. 24

ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ. Δημοσιευμένο ποίημα από τα μαθητικά χρόνια του Γιάννη Κουτσούκου στις 15-10-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος. 27

Το φθινόπωρο. Δημοσιευμένο στα μαθητικά χρόνια, την 20-10-1957 ποίημα του Γιάννη Κουτσουκου στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος. 32

Το Καλοκαίρι. Δημοσιευμένο ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου στα μαθητικά χρόνια στις 9-7-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος. 37

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΟΥ. Δημοσιευμένο την 10-8-1958 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου από τα μαθητικά χρόνια.. 42

ΑΓΑΠΗ. Δημοσιευμένο ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου στις 12-8-1956 από την μαθητική εποχή στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος. 46

Στον τάφο της σκλαβιάς. Δημοσιευμένο στις 26-4-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου από τα μαθητικά χρόνια. 50

Η ΣΧΟΛΗ ΜΑΣ, δημοσιευμένο από τα μαθητικά χρόνια ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου το έτος 1954  55

ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ:  Δημοσιευμένο την 1-6-1958 στην εφημερίδα ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ σε ηλικία 17 ετών στα γυμνασιακά χρόνια. 60

ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΣ: Ποίημα από τα γυμνασιακά χρόνια της δεκαετίας του 1950. 62

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΔΕΙΛΙΝΟ : Ποίημα από την μαθητική εποχή. 66

25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821: Το ποίημα αυτό της δεκαετίας του 1950 αναφέρεται στην επανάσταση του 1821. 69

ΠΕΝΘΟΣ. 72

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟΥ : Το ποίημα αυτό έχει γραφτεί πιθανώς την εποχή  του δημοτικού σχολείου. 73

ΩΡΕΣ  ΠΟΝΟΥ : Ένα ποίημα από τα  γυμνασιακά χρόνια. 76

O ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ. 79

ΟΚΤΑΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ. 85

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ. 86

ΠΡΟΣΤΑΓΜΑ: Ένα εξάστιχο από τα μαθητικά χρόνια. 89

ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ ΘΛΙΨΗ: ENA ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ (1-5-1958). 91

ΡΑΝΤΙΣΕΣ ΠΟΝΟ : ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ( 15-3-1958). 93

 

 

 

 

 

ΕΜΜΕΤΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ ΜΟΥΣΑ. Δημοσιευμένο την 2-3-1958 ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου από την μαθητική εποχή στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος

 

Στο πιο κάτω ποίημα διαφαίνεται ένα πνευματικό ταξίδι στην έμπνευση και στην ανθρώπινη πνευματική υπέρβαση, που μοιάζει σαν ονειρεμένο και ονειροπόλο, είναι όμως πρακτικό και διορατικό. Ήταν ήδη  αυθόρμητο σαν προγραμματισμένο εκ των προτέρων μέσα στη συνείδηση του γράφοντος το έτος 1958 χωρίς την παρέμβαση του με κάποια  θέληση ή λογική του διαδικασία.  Εκφράζει τον ιδεαλισμό και την επιθυμία μιας ανώτερης πνευματικής εμπειρίας ενός δεκαεπτάχρονου τότε μαθητή του Λυκείου. Οι συμβολικές λογοτεχνικές έννοιες Μούσα, Θεά κλπ παραπέμπουν στο θείον υπερβατικό (Τριαδικό Θεό).  Πολλές φορές στο ποίημα αυτό των μαθητικών χρόνων του 1958 τα νοήματα και οι λέξεις έβγαιναν μόνα τους και καταγράφονταν εντελώς αυθόρμητα, χωρίς να προσπαθήσει ο γράφων να ελέγξει ή να παρεμποδίσει την πνευματική αυτή ροή .

Την σχετική και συμβολική συγγένεια μερικών νοημάτων του ποιήματος αυτού με την νηπτική θεωρία των ορθόδοξων φιλοκαλικών κειμένων και του προφητικού βιβλίου της Αποκάλυψης,  ανακαλύπτω και αντιστοιχώ με έκπληξη για πρώτη φορά σήμερα- μετά από 60 περίπου χρόνια- μια και το έτος 1958 που έγραψα αυτούς τους στίχους είχα άγνοια των ιερών αυτών κειμένων. Από το κείμενο του ποιήματος προκύπτουν έννοιες ως ένα   συμβολικό προοίμιο της κατά χάριν θεώσεως και μία επιθυμία της πνευματικής κλίμακας για  πνευματική  ανάβαση. Κάτι τέτοια στοιχεία, όχι πάντα κατανοητά στον καθένα, έχει  το κείμενο του ποιήματος, τα οποία θα αναλύσουμε.

Ο  πρώτος στίχος στην πρώτη σειρά του ποιήματος εκφράζει την ευχή όπως το θείον υπερβατικό- (στο κείμενο εκφράζεται με την λέξη θεά) -συντροφεύσει τον γράφοντα σε ένα  πνευματικό ξεκίνημα (λυκαυγές ροδόπλαστο), το οποίο θα είναι τόσο  ιδανικό και όμορφο,  όπως είναι τα αγνά και φυσικά χρώματα της κροκόπεπλης αυγής, τα οποία εμφανίζονται στο σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ του  τελευταίου πρωινού αστεριού,- του Αυγερινού -και της ανατολής του Ηλίου. Στις υπόλοιπες τρεις σειρές της ίδιας πρώτης στροφής διακρίνεται επίσης η ευχή, όπως οι ευγενικοί πόθοι ζυμωθούν   με το πικρό το δάκρυ.  Η συμβολική  αυτή έκφραση στο ποίημα παραπέμπει στη λεγομένη  θεία κατάνυξη. Επίσης γίνεται επίκληση της γνωστής  στην ορθόδοξη νηπτική θεωρία  χαρμολύπης ή του χαροποιού πένθους. Αυτό εκφράζεται με τον συγκερασμό των δύο αντιθέτων  λέξεων του κειμένου πόνος και χαρά. Τέλος στην ίδια στροφή εκφράζεται ο πανανθρώπινος χαρακτήρας  (σε όλα της γης τα μάκρη), των πιο πάνω φιλοκαλικών, νηπτικών εννοιών, δηλαδή του χαροποιού πένθους, της χαρμολύπης και της θείας κατάνυξης.

Στον δεύτερο στίχο αρχίζει η αναμενόμενη για κάθε πνευματικό άνθρωπο,- που ζει αναγκαστικά σε μια υλιστική κοινωνία,- περιπλάνηση (πλανιέμαι ανεμόδαρτος) και η καθημερινή ζαλάδα σε μια εποχή της σύγχυσης των αξιών και των ιδανικών. Τα πνευματικά στηρίγματα στις τρικυμίες και στις μπόρες αυτές ( τρικυμιές και μπόρες καταφοβερές) είναι, σύμφωνα με το ποίημα, η κρυφή ελπίδα που πηγάζει από το θείον υπερβατικό (Θεό), την  οποία ελπίδα ο γράφων κρατάει σαν φυλαχτό τρισάγιο. Η ελπίδα αυτή δίνει χαρά για την αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων, αλλά υπάρχουν και ανθρώπινες στιγμές αδυναμίας που ο άνθρωπος χάνει και το  κουράγιο μέσα στη καρδιά του (χωρίς καρδιάς κουράγιο).

Στον τρίτο στίχο οι δοκιμασίες και οι πειρασμοί, -ζώντας σε μια υλική καθημερινότητα που η ύλη μάχεται το πνεύμα- γίνονται πιο έντονοι (ψυχικά και σωματικά πάθη).

 

Αποτέλεσμα αυτού είναι η ιερή φλόγα -(κατά χάριν συμμετοχή στις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού και η κατά χάριν θέωση)- να τρεμοσβήνει και η ελπίδα να σκοτεινιάζει. Η νοσταλγία του θεϊκού  πνευματικού φωτός (νόστος ηλιαχτίδας) είναι εκείνη που μπορεί να ξεδιαλύνει το πνευματικά σκοτάδια της ψυχής και πρέπει να βαστήξει γερά τον πνευματικό αγώνα για την κατά χάριν θέωση της ανθρώπινης ύπαρξης (βάστα γερά κακότυχη καρδιά την νόστο ηλιαχτίδας)

Στον τέταρτο και πέμπτο   στίχο η κοσμικοποίηση της πίστης, η αποστασία, τα αντίθεα νομοθετήματα, η αναγνώριση όχι της καθάρσεως των παθών, αλλά των παρά φύση παθών κλπ έρχονται σαν μια μόδα (στάζει της μόδας η πληγή) και σαν μια μεγάλη φουρτούνα μέσα στο πέλαγος. Το αντίδοτο είναι  για όποιον το αντέξει η διατήρηση της πίστης και η ζωή κοντά στον Θεό (Σε έχω στο πλάι μου Θεά και δεν με νοιάζει η τρικυμιά).

Στους τρεις τελευταίους στίχους για όσους άντεξαν την πνευματική φουρτούνα έρχεται η γαλήνη,  η λύτρωση, η δικαίωση και  το πνευματικό φως με την  κατά χάριν θέωση. Οι αντίστοιχες συμβολικές  εκφράσεις στο ποίημα αυτό ενός δεκαεπτάχρονου μαθητή Λυκείου του έτους 1958 είναι οι εξής.    Για δες μια ξαστερότητα…… χύνεται φως πλημμυριστό. Παύει και η φουρτούνα. Θεά πάρεμε αγκάλη σου και ανέβασμε στα άνω. Πως ζω έτσι πανεύτυχα. Νοσταλγική μαγεία πάρε μου όλα τα αγαθά και άσε μου τα βιβλία.

Το ποίημα αυτό γράφτηκε στις 26.2.1958 και δημοσιεύθηκε στις 2-3-1958 στην κορινθιακή εφημερίδα ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ.

 ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ ΜΟΥΣΑ

 

Σε λυκαυγές ροδόπλαστο, θεά, συντρόφεψέ με

Και ζύμωσε τους πόθους μου με το πικρό το δάκρυ.

Ρίξε στον πόνο τη χαρά και ψάλλε πιο ιδανικά

Άμοιρους πόθους και καϋμούς σ’ όλα της γης τα μάκρη.

 

Πλανιέμαι ανεμόδαρτος, μούσα, κρυφή ελπίδα

Και σ’ έχω μες στην ζάλη μου σαν φυλαχτό τρισάγιο.

Χαίρω τρελλά στις τρικυμιές, σε μπόρες καταφοβερές,

Μα γέρνω στα χαλάσματα χωρίς καρδιάς κουράγιο!

 

Φλόγα ιερή, τρισάθλια μέσα μου τρεμοσβύνει

και σκοτεινιάζει, οχ πικρά, τον θρόνο της Ελπίδας!

Κατάρα σκότος π’ έπεσες και την ψυχήν μ’ εκένωσες.

Βάστα γερά, κακότυχη καρδιά, τη νόστο ηλιαχτίδας.

 

Αφήνω τώρα την στεριά, παλεύω μέσα στ’ ανοιχτά.

Στάζει της μόδας η πληγή, κι’ ο πόνος της δικός μου.

Στάζω κι εγώ τα δάκρυα και δεν αφήνω τα κουπιά.

Γαντζώνω τ’ άγρια κύματα και προχωρώ ομπρός μου.

 

Σ’ έχω στο πλάι μου, θεά, και δεν με νοιάζ’ η τρικυμιά.

Εγώ κουπιάζω σταθερά και συ παίζεις την λύρα.

Αλλάργα απ’ τ’ ανθρώπινα, οι δυό μας μες στην μοναξιά

θα ψάλλουμε αγνότατα τ’ ανθρώπινη την μοίρα.

 

Όσο βαθειά ’νοιγόμαστε, σ’ ακούω πιο καθάρια.

Κοίτα. Το μούγκρισμα του κύματος κι αυτό ’γινε τραγούδι!

Ω! Τώρα αφρουγκάζονται κι αυτοί που μας πληγώνουν!

Να! Η χαρά, που ζήταγα, εαρινό λουλούδι!

 

Αρχίζουν ν’ αραιώνουνε ψηλά οι μελλανίες.

Για δες μια ξαστερότητα, κείτα, θεά κει πάνω

Χύνεται φως πλημμυριστό. Παύει και η φουρτούνα!

Θεά, πάρεμ’ αγκάλη σου κι’ ανέβασμε στα άνω.

 

Γιατί εξαφανίστηκες; Ακούω μόνο λύρα.

Α! Παίζεις πιο γλυκόλαλα. Σου γράφω την φωνή σου.

Πως ζω έτσι πανεύτυχα; Νοσταλγική μαγεία

Πάρε μου όλα τ’ αγαθά κι’ άσε μου τα βιβλία.

26.2.1958

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΤΟΝ ΔΙONYΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ. Δημοσιευμένο ποίημα στις 3-3-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος από τα μαθητικά χρόνια του Γιάννη Κουτσούκου αφιερωμένο στον εθνικό μας ποιητή.

Ένιωσα επιθυμία και υποχρέωση να γράψω κάτι για τον Δ. Σολωμό, όταν ως μαθητής του Λυκείου αφιέρωνα πολύ χρόνο να διαβάζω επανειλημμένα τα έργα του και τα ολοκληρωμένα αλλά και αυτά που δεν είχε τελειώσει αλλά είχαν δημοσιευθεί, όπως πχ τους ελεύθερους πολιορκημένους αλλά και το πολύ σπουδαίο αλλά σχεδόν άγνωστο και μη ολοκληρωμένο έργο του ο Λάμπρος.

Η μελέτη όλων των έργων του με είχε συνεπάρει, διότι έβλεπα ότι είχε πηγαία, γνήσια και ανιδιοτελή αισθήματα, ιδεαλισμό, αγάπη και συμπόνια για τον αδικούμενο και γενικότερα για τον συνάνθρωπο του. Κυρίως όμως είχε αυτό που αόριστα οι ειδικοί ονομάζουν ταλέντο. Άκουγε από την Ζάκυνθο,  που ήταν τότε τα κανόνια του πολιορκημένου Μεσολογγίου και έγραφε συγκινημένος -νομίζω σε πατριωτική έκσταση-τον Ύμνο στην Ελευθερία.

Τα υψηλά νοήματα τα εξέφραζε με απλές λέξεις, τόσο όμως κατάλληλες για το περιεχόμενο, που είχα την αίσθηση ενός μέτρου και μιας  μουσικής του κειμένου, που φυσικά δεν υπήρχαν. Δεν θεωρούσα, ότι έστω και μία λέξη ήταν περιττή  μέσα στα κείμενα του, αλλά και ότι καμία άλλη φράση  δεν άρμοζε καλλίτερα για την απόδοση των νοημάτων του .

Επηρεασμένος από τον δικό του κόσμο -τον όμορφο αγγελικά πλασμένο – έκανα εκτός από το πιο  κάτω δημοσιευμένο τότε κείμενο μου και άλλη μία -εντελώς προσωπική και αυθόρμητη-  προσπάθεια για να τον τιμήσω. Συνέχισα να γράφω το μη ολοκληρωμένο έργο του  Λάμπρος στο ίδιο μέτρο, ρυθμό και νόημα από εκεί που το είχε ο ίδιος αφήσει και το τελείωσα. Κάποια στιγμή θέλω να αναρτήσω και να  δημοσιοποιήσω και αυτή την προσθήκη στο έργο του Λάμπρος.

Αλλά και το πιο κάτω κείμενο μου είναι σίγουρα επηρεασμένο από τον τρόπο γραφής του Διονυσίου Σολωμού, αφού το έχω γράψει ως μαθητής το 1957 και μάλιστα την εποχή που μελετούσα και θαύμαζα τον Διονύσιο Σολωμό και τον θεωρούσα τότε ως ανεπανάληπτο λογοτεχνικό ίνδαλμα.

Το πιο κάτω ποίημα αποτελείται από οκτώ στροφές. Κάθε στροφή έχει πέντε σειρές. Η ομοιοκαταληξία εφαρμόζεται αυστηρά σε όλες τις στροφές  μεταξύ της πρώτης και τρίτης καθώς και της δεύτερης και τέταρτης σειράς. Η πέμπτη σειρά κάθε στροφής είναι χωρίς ομοιοκαταληξία.

  

 

ΣΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ ΣΟΛΩΜΟΝ

Κόσμε αγνέ, αγγελικέ, ψυχή θεοσταλμένη,

πνεύμα ψηλό, ανώτερο, ιδανική λατρεία,

της λευτεριάς, ώ υμνοδέ, διάνοι τημημένη,

ευσπλαγχνική και ταπεινή, νοσταλγική μαγεία,

με σε οι Μούσες μίλησαν, ψηλά στα μεσουράνια.

 

Ολόχρυσα χαράζεται στα ύψη τ΄όνομά Σου.

Το θρόισμα, το πάφλασμα τους ύμνους Σου διαδίδουν,

Σιγομιλούνε τα κλαδιά τραγούδια ιδικά Σου,

και των Ελλήνων τα ιερά τα κόκαλα προδίδουν

το πιο ψηλό ιδανικό την πίστι και Πατρίδα.

 

Το Μεσολόγγ’ ελεύθερο με τον ξανθόν Απρίλη,

που μάνα μεγαλόψυχη πρόσταξε να το ψάλλης,

μύρια λουλούδια, δροσερά, για σένα και τον Μαβίλη

– π΄επόθησες την ομορφιά της φύσεως να βγάλης-

στήν΄ιερέ, αθάνατε και Σε καλοτυχίζει.

 

Ήλιε που λάμπεις πιο χρυσά στης λευτεριάς το πνεύμα

αυτήν π’ οραματίστθηκες απ’ του σπαθιού την κόψι,

δυστυχισμένη, άθλια, πνιγμένη μες το αίμα,

αυτή προβαίνει σήμερα, με γαλανή την όψι

και της Ελλάδος, ήρωα, αργά μετράει την γη.

 

Στέκεις ψηλά, ω Σολωμέ. Ελάτρευσες τις μούσες.

Ο Όμηρος την «μηλωτή» σε Σέ έχει χαρίσει.

Άνθιζες πάντα δροσερός και πάντα αγροικούσες

Την μαύρη γύρω Σου σκλαβιά. Για Σε έχει μιλήσει

το παν εις την Πατρίδα Σου, στην όμορφην Ελλάδα.

 

Δύσκολα όμοιοι σαν και Σέ στον κόσμο θα γεννιούνται.

Εσκέφθης, θείε Σολωμέ, την φύση της ιδέας

μέσα, βαθειά και σταθερά. Ατυτοί μόνον υμνούνται

που ύμνησαν το αγαθόν. Στην δόξα της Σημαίας

στέκεις και Σύ, ουράνιε, για τον τρανό Σου ύμνο.

 

Πολιορκούντ’ ελεύθεροι. Μα πάντ’ οι ίδιοι μένουν!

Χορεύει ο έρωτας γλυκά με την ωραίαν φύσι.

Χιλιάδες άρματα σφιχτά το Μεσολόγγι δένουν.

Μα δεν τολμά ο «ελεύθερος» την μαύρη γη ν’ αφήση

την ώρα που τον τραγουδά η φύσις η μαγεύτρα.

 

Χαίρε, ω Χαίρε, Σολωμέ. Ανάστηθι να υμνήσης

Πάλι γλυκά τη Λευτεριά στα χώματα της ΚΥΠΡΟΥ.

Εσύ, μεγάλε ποιητά, Σύ μόνο θα θρηνήσης,

αντάξια τα βάσανα της ξακουστής μας Νήσου,

και θ’ εγγράψης υψηλά εκεί εις τους αιθέρας

το αίσχος τ’ απαντρώπινο, το αίσχος του αιώνος.

 

 

 

 

 

 

 

 

      

 

 

ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΓΧΟΝΗΣ

Η μαθητιώσα νεολαία -έτσι αποκαλούσαν τότε τους μαθητές του Γυμνασίου Αρρένων και Θηλέων και του Λυκείου-έκανε το 1956 αυθόρμητα συλλαλητήρια όχι για τα δικαιώματα των δεκαμελών μαθητικών συμβουλίων, αλλά για την απελευθέρωση της Κύπρου και των νεαρών ηρώων Καραολή και Δημητρίου, που είχαν καταδικασθεί σε απαγχονισμό από τον Χάρντινγκ και τους άλλους Άγγλους, και τελικά απαγχονίστηκαν μαζί με άλλους νέους, αγωνιστές. Το σύνθημα των συλλαλητηρίων ήταν η λέξη Ένωσης. Οι Καθηγητές έδειχναν ανοχή στους μαθητές.

 

 

 

ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΓΧΟΝΗΣ

Κλάψε γαλάζιε ουρανέ και στάξε μαύρο δάκρυ,

να λυπηθούνε τ’ άψυχα και να δακρύσουν πέτρες!

Ρίξε αέρα τα φτερά, ρίχτα κι αγκάλιασέ μας,

τούτη την ύστερνή στιγμή, πάρε τα μυστικά μας,

γίνε θεριό ακράτητο και τρέξε στον εθνάρχη

μέσα εκεί στη φυλακή. Πέστου τα βάσανά μας.

Σκύψε μανούλα μας γλυκειά, σπάσε τις αλυσσίδες

και δώσε μας τις δάφνες σου, αμάραντες σελίδες.

Ιδού βαδίζομεν εμπρός. Δίπλα μας στέκ’ ο χάρος.

Νάτος σηκών’ ο δήμιος αλύπητα το βάρος!

Πένθισε, μάνα, πένθισε τον ένδοξο χαμό μας.

Βγάλε φωνή πολύπονη στο μαύρο θάνατό μας

ν’ αντιβοά στις λαγκαδιές τους Άγγλους να φοβίζη,

στην οικουμέν’ ολόκληρη το αίσχος να σφυρίζη.

Χαίρε γλυκειά Πατρίδα μας χιλιοβασανισμένη,

χαίρετε λόγγοι και βουνά, οι ρεματιές και βράχοι

που μας εσφίγγατε γλυκά ελεύθερους κοντά σας.

Χαίρε νυχτιά πανέμοφη και μυρωμέν’ αγέρι,

Που έπνεες κρυφά κρυφά και ήσουν σύντροφός μας.

Δρόσισε αίμα, δρόσισε τους σκλάβους αδερφούς μας!

Κελάηδησε πουλάκι μας π’ εστάθης στο κλωνάρι,

είν’ η φωνούλα σου γλυκειά, κελάηδησε και σκούξε

«…Στους ήρωας ο θάνατος είναι τιμή  και χάρι.»

 

 

 

 

 

    

 

 

 

 

 


 

Μάνα. Δημοσιευμένο από την μαθητική εποχή ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου στις 7-4-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος

Ένα αφιέρωμα της παιδικής ηλικίας στην Μάνα του καθενός. Την εποχή εκείνη υπήρχε ακόμη σεβασμός προς τους γονείς και αναγνώριση των θυσιών που έκανε η Μάνα στα δύσκολα πέτρινα χρόνια της δεκαετίας του 1950. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει λόγω της εκκοσμίκευσης.

 

 

Η ΜΑΝΑ

 

Ουρανόσταλτο πλάσμα κινάει

Εις το λίκνο το μέλλον του κόσμου

Στις νυχτιές από πάνω γροικάει

Εις του τέκνου την κλίνη του πόνου

Και θωρεί περιττή την ζωήν της

Όταν χάνει πικρά το παιδί της,

 

«Μάνα!» Λέξι που κλείνει θυσία,

«Μάνα!» Λέξι που όλοι λατρεύουν.

«Μάνα!» Όνειρο, πλάστης, μαγεία,

«Μάνα!» σκέπη τα πάντα γυρεύουν

Για το τέκνο της Μάνας ο πόνος

Είν’ χαρά. Κι αν πικραίνης την μόνος.

 

Χιλιοτράγουδα πάντα υφαίνει

Εις το βρέφος για να βρη γαλήνη.

Στις χαρές και στις λύπες μαθαίνει

Το γλυκό της φιλί να σ’ αφήνη

Κι από σένα την πίκρα που πέρνει

Σου την δίνει χαρά και σωπαίνει.

 

Κι αν κακότυχα κάποτ’ ο Χάρος

Θε να κόψη της Μάνας το νήμα,

Τότε θάδης τ΄αβάσταχτο βάρος,

Που θα σουχει προσφέρει το μνήμα.

Δίχως μάνα γαλήνη δεν θαχης

Κι αν σε πλούτη πολλά θα την ψάχης

Το φιλί το γλυκό κ η αγκάλη

Που λαμβάνεις στι χάρες και πίκρες

Είναι φόρος βαθύς που σου ψάλει,

Της καρδιάς της τους κόπους και λύπες

Για τη μάνα το παν δεν μετρείται

Γιατί πάντα το τέκνον θυμείται.

 

Είν η Μάνα ελπίδα και φως μας,

Αυτή πρώτη με κόπο καλεί,

Εις τον ίσον ομπρός τον σκοπόν μας

Και με θάρος και πίστη οδηγεί.

Χωρίς μάνα κι αγάπη ποτέ μας

Δεν θα δούμε ζωή και χαρές μας.

 

Μύρια δώρα στη Μάνα προσφέρω

Να χαρή και αυτή πιο πολύ.

Μα τα πάντα στη Μάνα αν φέρω

Το δικό της αξίζει φιλί.

Το φιλί της Μανούλας το άγιο

Είν αγνό, στοργικό και καθάριο.

 

 

 

 

 

 

Δερβενάκια. Δημοσιευμένο ποίημα από την μαθητική εποχή του Γιάννη Κουτσούκου στις 19-8-1956 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθο

 

Το ποίημα Δερβενάκια αναφέρεται στις μάχες των Δερβενακίων και του Αγίου Σώστη, που έγιναν στις 26 Ιουλίου 1822 και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιτυχημένη έκβαση της επανάστασης του 1821. Και δύο τοποθεσίες ευρίσκονται πλησίον του Αγίου Βασιλείου Κορινθίας, τόπου καταγωγής του Γιάννη Κουτσούκου.

 

ΣΤΑ ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΑ

Τα καριοφύλια ακούραστα και τα σπαθιά σπασμένα

απ’ το πολύ το χτύπημα, σαν τα θεριά μουκρίζουν

μέσα σε τούτα τα στενά! Κι οι φοβεροί οι βόγγοι,

που τρεμουλιάζουν βγαίνοντας ακόμ’ απ’ τα κουφάρια

των άπιστων τουρκαλβανών, στον άνεμμο σφυρίζουν

τη φρίκη αυτή του Δράμαλη και σιγοψιθυρίζουν,

να πάψη πια το διάβα του, να ρίξη τα φτερά του,

μη μεταφέρει τη ντροπό αιώνια στους αιθέρας.

Εδώ σε τούτα τα στενά, σε τούτο ‘δω το ρέμα

Χιλιάδες τούρκοι χάθηκαν και έρρευσε το αίμα

των άπιστων κι εμόλυνε το ελληνικό το χώμα.

Εδώ κουφάρια σπάραζαν κι αλλαλαγμοί ηχούσαν,

Εδώ «Αλάχ» εκράζανε, βοήθεια εζητούσαν,

Εδώ πυνκνές οι ντουφεκιές τους μπέηδες κτυπούσαν,

μέσα σ’ αυτή τη ρεμματιά που τρέχουν φοβισμένοι

να εύρουν καταφύγια κάποιο μικρό κοτρώνι.

Εδώ φοβέρα δυνατή απ’ τον Κολοκοτρώνη

Που αντηχεί στις λαγκαδιές, τον τόπο περονιάζει,

Εδώ ο Χάρος έστησε χορό και όλο κράζει,

Τους Τουρκαλάδες να χαρούν την υστερνή τους ώρα.

Θρήνοι, φωνές, αλλαλαγμοί, μαυρίλα και φοβέρα

Μέσα σ΄αυτό το χαλασμό φλογίζουν τα λιοντάρια.

 

 

 

 

 

 

 

ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ. Δημοσιευμένο ποίημα από τα μαθητικά χρόνια του Γιάννη Κουτσούκου στις 15-10-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος

Το 1957 η Κύπρος έδινε τον Αγώνα για την ανεξαρτησία της ενάντια στην αγγλική αποικιοκρατία. Στην Ελλάδα υπήρχε ένα επίσημο πνεύμα αλληλεγγύης και συμπαράστασης. Κράτος, ΜΜΕ, μαθητιώσα νεολαία και λαός, εκδηλώνουν  όλοι ανεξαιρέτως  την αλληλεγγύη τους προς τον αδελφικό κυπριακό λαό.

Στο πιο κάτω κείμενο επηρεασμένος από τον Διονύσιο Σολωμό, τον οποίο μελετούσα τότε και από τις καθημερινές λεπτομερείς ειδήσεις για την Κύπρο προσπαθώ να έχω και εγώ ως μαθητής του Λυκείου την δική μου αλληλεγγύη προς την Κύπρο με αυτό το  ιδεαλιστικό κείμενο.

Το αναπάντητο ερώτημα μου ήταν τότε πως μπορούσε σε ένα λαό με τέτοιο πολιτισμό και ιστορία να συμβαίνουν τέτοιες βαρβαρότητες. Φυσικά έβλεπα  τα πράγματα ιδεαλιστικά όπως ο Διονύσιος Σολωμός  στον ύμνο στην Ελευθερία, ενώ γνώριζα, ότι στην εξουσία και στη πολιτική της τότε αποικιοκρατίας δεν υπήρχε ιδεαλισμός

Στο ποίημα αυτό, που δημοσιεύθηκε στην κορινθιακή εφημερίδα ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ στις 15-10-1957, προσωποποιείται η λευτεριά της Κύπρου σαν  μία σκλαβωμένη αγνή κόρη με λευκά πέπλα, που όμως έχει ντυθεί στα πένθιμα μαύρα λόγω της οδυνηρής σκλαβιάς. Φρίκη, πίκρα, αθλιότητα, τρόμος,  αλυσοδεμένα χέρια και στεναγμοί  την εμποδίζουν να βρει τον δρόμο, που θα την φθάσει πάλι   στα πνευματικά ύψη του ελληνικού πνεύματος, που φωτίζει τους αιώνας με την δημιουργία ενός πολιτισμού που μπορεί και φτιάχνει  Παρθενώνες.

Στη προσωποποίηση αυτή η σκλαβιά της φωτεινής λευτεριάς ισοδυναμεί με το σκοτάδι. Γιαυτό και η σκλαβωμένη κόρη είναι υποχρεωμένη να ζει σε αυτό. Διαβαίνει τις νύχτες φοβισμένη στα μνήματα των απαγχονισμένων- και των άλλων- κυπρίων ηρώων, ραντίζει τους νεκρούς και αγκαλιάζει τους σταυρούς των τάφων. Τελικός σκοπός και ευχή είναι η τότε σκλαβωμένη λευτεριά του 1957 να ελευθερωθεί.

 

 

ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ

Μαύρα πέπλα ντυμένη των λευκών η Παρθένα

Πικραμένη, αθλία, μες στην φρίκη, στον τρόμο,

Με τις δόξες τις πρώτες και με χέρια σφιγμένα

Στας αλύσσους στενάζει και γυρεύει τον δρόμο

Που την φθάνει στα ύψη και φωτίζει αιώνας!

Μες στον Άδη, ω Κόρη, τι ζητείς Παρθενώνας;

 

Ναι, σε βλέπω τις νύχτες σιωπηλή να βαδίζης,

Φοβισμένη, αθλία, με το βήμα γοργό

εις το μνήμα να τρέχης, τους νεκρούς να ραντίζης

και κρυφά ν’ αγκαλιάζης το του τάφου σταυρό.

 

Σύ που ήξερες μόνο με την δόξα να στέκης

Και περήφανα πάντα την Ελλάδα ν’ αγιάζης

Και με δάφνες και κρίνους τα στεφάνια να πλέκης

Στων ηρώων τον δρόμο, Λευτεριά, αχ, στενάζεις!

 

Πώς μπορείς, πες μου Κόρη, δυστυχιά να ΄πομένης;

Συ που πάντε με κόψι του σπαθιού τρομερή

Απ’ τα κόκαλα μέσα τον ραγιά ανασταίνεις,

Πώς μπορείς να ΄πομένης προστυχιά θλιβερή;

 

Συ π’ αιώνας εκράτεις του φωτός την αχτίδα

Εις την γη της Αθήνας και τους Μήδους δεν δέχθης,

Πώς κοχλάζεις στο σκότος και δεν έχιες ελπίδα,

Οπως είχες  ετότες, που Μητέρα ελέχθης;

 

Πώς το φως του Ηλίου δεν μπορείς ν’ αντικρίσης

Και στο μνήμα βαλμένη το σκοτάδι λατρεύεις;

Η φωνή των Κυπρίων σε καλεί να αφήσης

Τας αλύσσους και νάβγης, Λευτεριά, αχ μη ρεύεις.

 

Ξύπνα Κόρη, για ξύπνα! Και γραφτό σου αν λάχη

Εις την Κύπρο μονάχα να σε θέλουνε σκκλάβα,

Λευτεριά μην φοβάσαι, δεν θα είσαι μονάχη.

Με θυσία και πόνο παραστέκ’ η Ελλάδα.

 

 

 

 

 


 

 

Το φθινόπωρο. Δημοσιευμένο στα μαθητικά χρόνια, την 20-10-1957 ποίημα του Γιάννη Κουτσουκου στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος.

Τα μελαγχολικά σκοτάδια, τα τσουχτερά βράδια, τα  μαδημένα φύλλα και άνθη, τα σύννεφα, οι ομίχλες είναι  μια περιγραφή των πραγματικών περιστατικών του Φθινόπωρου, ο νατουραλισμός, όχι όμως χωρίς τις δικές του ομορφιές.

Η συμμετοχή του ανθρώπου στα φυσικά αυτά φαινόμενα είναι η έλλειψη των χαρών του καλοκαιριού, αλλά στη φύση πάντα ανακαλύπτεις μία μαγεία και μία απόλαυση σε κάθε εποχή αρκεί, να έχεις την καλαισθητική καλλιέργεια για να δεχθείς και την καλαισθητική απόλαυση.

Στο ποίημα σκανάρονται από το διαλεκτικό δίπολο της ομορφιάς της φύσης  μόνο αυτά που χάνουμε το καλοκαίρι, δηλαδή η αντίθεση του δίπολου. Η θέση του ιδίου δίπολου για το Φθινόπωρο-δηλαδή οι ομορφιές του – αφήνεται να προκύψουν ως αυτονόητες μέσα από τον μηχανισμό της διαλεκτικής των πραγμάτων, δηλαδή την θέση και την αντίθεση του διαλεκτικού δίπολου.

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

 

Μελαγχολικά σκοτάδια

την καρδιά βαραίνουν,

τσουχτερά τα βράδυα

τη ζωή πικραίνουν.

 

Φύλλα κι’ άνθη μαδημένα

ευωδιά δεν δίνουν,

στέκουν πάντα μαραμένα

τη χαρά προδίδουν.

 

Τα τζιτζίκια και τ’ αηδόνια

το τραγούδι τους θα πάψουν

και τα γοργοχελιδόνια

τις χαρές μας θα τις θάψουν.

 

Θα μας φύγη όλ’ η χάρι,

η ζωή και η δροσιά,

ούτε κούκος στο κλωνάρι,=

δεν θα πη τη  μοναξιά.

 

 

Πάχνη, νέφη και ομίχλες,

μελανίες, καταχνιές,

πάλι φέρνουνε τις τσίχλες

στου χωριού τις σκοτεινιές.

 

Οι σπουργίτες ζευγωμένοι

Ψάχνουν για ζεστό κρεβάτι

και στις τρύπες στριμωγμένοι

έχουν τίμιο παλάτι.

 

Πάυει κίνησις κι’ αντάρα

στις βραδυές της σιγαλιάς,

όπου πέζουν την αμπάρα

τα παιδιά της γειτονιάς.

 

Φεύγει πλιά το καλοκαίρι

παν μαζί του κι’ οι χαρές.

Τώρα όλοι, νέοι και γέροι,

στη δουλειά τους με ευχές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Το Καλοκαίρι. Δημοσιευμένο ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου στα μαθητικά χρόνια στις 9-7-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος.

Το καλοκαίρι σκανάρεται κατά το δυνατόν σε όλες τις ομορφιές του. Ο Ήλιος, οι κροκολουσμένες αυγές, τα λουλούδια, τα πουλιά, ο αέρας, η καυτή άμμος, η μελωδία του αηδονιού και το διάβα της ημέρας είναι η νατουραλιστική πλευρά του κειμένου.

Παράλληλα όμως οι προσωποποιήσεις, των πιο πάνω βάζουν στο παιχνίδι και τον άνθρωπο, που η ψυχή του πετιέται στην αέναη ψαλμωδία της φύσης και στη μελωδία του αηδονιού, αλλά και δέχεται ο δούλος μαζί με τον αφέντη να αφήσουν τις πίκρες τους και να χαρούν και αυτοί. Αυτή είναι η συναισθηματική πλευρά του ποιήματος που αγγίζει τον συμμετέχοντα άνθρωπο.

Με απλές αλλά  και σύνθετες  λέξεις και με εννέα  στίχους που αποτελούνται ο καθένας  από πέντε σύντομες σειρές,- οι οποίοι στίχοι έχουν από μία  έως το πολύ τρεις λέξεις-το πιο κάτω κείμενο προσπαθεί να δώσει την δική του μουσική και ρυθμό. Ο περιορισμός των πολλών λέξεων και η μη χρήση των άρθρων σε πολλές από αυτές αποβλέπει στο να  μη τραυματίσει με περιττολογίες την εκστατική και μυστηριακή ομορφιά της φύσεως.

Όλα τα πιο πάνω βέβαια τα παρατηρώ σήμερα, που διαβάζω αυτό το κείμενο που έχω  γράψει εδώ και 58 χρόνια ως μαθητής τότε του Λυκείου. Φυσικά τότε δεν είχα κάνει καμία σκέψη πάνω στη μορφή και το περιεχόμενο. Απλά άρχιζα να γράφω και  το χέρι κατέγραφε σε στίχους μία αυθόρμητη πνευματική  ροή σκέψεων και συναισθημάτων  που υπήρχε μέσα μου και έπρεπε να εκφρασθούν και να πάρουν μία μορφή κειμένου.

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

Ο Ήλιος λάμπει

Λαμπρά και πάλι,

Βουνά και κάμποι

Γεμάτα κάλη

Σιγολαλούν.

 

Καλούν στο γλέντι

Και στο μεθύσι

Δούλο κι αφέντη

Πίκρες ν’ αφήση,

Για να χαρούν

 

Κορκολουσμένες

Αυγές ροδίζουν,

Ματωβαμένες

Βραδυές δωρίζουν

Την ομορφιά.

 

Τα λουλουδάκια

Ροδοθροΐζουν

Και τα πουλάκια

Ζωή χαρίζουν

Στην σιγαλιά.

 

Αέρας σχίζει

Βουβά αιθέρα,

Σκύλος γαυγίζει

Στη μάντρα πέρα

Σιγαλινά.

 

Η άμμος κιέται

Και καραβάνι

Πικρογροικιέται

Νερού να βάνη

Σταλαματιά.

 

Ψυχή πετιέται

Στην ψαλμωδία

Κι ευχαριστιέται

Στη μελωδία

Του αηδονιού.

 

Ξεχυλισμένη

Η Φύσις γέρνει

Δροσιά να πέρνη

Ερωτευμένη

Του ουρανού.

 

Πλημυρισμένη

Από τα κάλη

Γοργοδιαβαίνει

Η μέρα πάλι

Να ξαναρθή.

 

 

 

 

 

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΟΥ. Δημοσιευμένο την 10-8-1958 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου από τα μαθητικά χρόνια

Οι μεταφυσικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις ενός νέου εξελίσσονται κατά την εφηβική ζωή του. Η πνευματική και ρεαλιστική αναζήτηση είναι μία φυσιολογική προσαρμογή έως ότου- κυρίως κατά την εφηβική ηλικία  κάθε νέου- κατασταλάξει χρησιμοποιώντας το αυτεξούσιο της θελήσεως του, την πίστη του, την  λογική του και το προσωπικό του συναίσθημα, ιδιότητες που   χαρακτηρίζουν κάθε άνθρωπο ως Πρόσωπο. Το ποίημα αυτό εκφράζει ακριβώς τις αναζητήσεις κάθε νέου σε μια δεδομένη εποχή- και όχι του γράφοντος.  Πράγμα που  σημαίνει ότι κάθε νέος τις εξετάζει και όχι, ότι  τις ασπάζεται ή ότι παγιώθηκε σε αυτές. Ο τίτλος του ποιήματος είναι καθαρά συμβολικός και εκφράζει υπό την έννοια Θεός τον ιδανικό και  φιλοσοφικό στόχο της δεδομένης εποχής, ιδεολογικό και συγχρόνως ρεαλιστικό- πάντα σύμφωνα με τα επικρατέστερα  τότε φιλοσοφικά και λογοτεχνικά ρεύματα- και δεν έχει σχέση με την σημερινή θεολογική και υπερβατική έννοια του Θεού σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία μας.

 

 

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΟΥ

Χτες, η αγανάκτηση της λογικής γκρέμισε τους φραγμούς μου

  • γενήματα της άγνοιας, εμπόδια της λύτρωσις –

πλημμύρισε η γαλήνη τα στήθη μου ηδονικά,

που σβύστηκε η δίψα μου στο νέκταρ της αλήθειας.

Τα σκέλη του νου στηλωμένα συντρίψαν –χθες-

τις καταφρονημένες κεφαλές Θεών της φαντασίας, ανύπάρκτων.

Από ρίζες βαθειές στον ιδρώτα του νου και της σάρκας

Νοσταλγική, λυτρωτική ξεπετάχτ’ η μορφή του Θεού μου.

Ακάλυπτη, παράξενη, χιλιόγνωρη σε μένα

Καυτερό το πρόσωπό της στο πικρό χαμόγελό μου,

Ηδονικό, ματωμένο με θάρρεψε, θωρώντας τις πετάλες στις φούχτες μου.

 

Με λευτέρωσε ναυαγό στην Ιθάκη.

Τσουγκρίζω τώρα ξέχειλο το ποτήρι με το φίλο,

ρουφώ διψασμένος τα χείλη της νιας-ανέραστα.

Σφίγγω εγκαρδιακά το χέρι με το ξένο,

που κάνουμε τους πόνους χαρούμενη ζωή,

Να η ευτυχία! Σκιά ονείρου στ’ όνειρο της ζωής.

 

 

 


 

 

ΑΓΑΠΗ. Δημοσιευμένο ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου στις 12-8-1956 από την μαθητική εποχή στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος.

Δυο  λόγια για τον κορίνθιο Λογοτέχνη και ποιητή Σήφη Γ. Κόλια και την  σχέση του κατά την διάρκεια της Κατοχής με τον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας.

Ο Σήφης Γ. Κόλιας καταγόμενος από την Κορινθία ήταν την δεκαετία του 1950 ένας γνωστός στο κορινθιακό κοινό συγγραφέας κυρίως στον έμμετρο αλλά και στον πεζό λόγο. Στην κατοχή κατά την διάρκεια της πείνας  είχε ζήσει στον τόπο καταγωγής  μου, τον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας, όπου και κήρυττε λόγω του ότι ήταν θεολόγος. Από διηγήσεις παλαιοτέρων, που τον είχαν γνωρίσει  άκουγα  ότι ήταν ένα φτωχό παιδί, το οποίο κατάφερε στα  δύσκολα χρόνια της κατοχής και της πείνας να σπουδάσει και να  γίνει επιστήμονας.

Μετανάστευσε στην Αμερική μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο βορείου και νοτίου Αμερικής  μακαριστό Μιχαήλ,  τον πρώην Κορινθίας  και επέστρεψε πάλι στην Ελλάδα. Είχε εκδώσει  ποιητικές συλλογές και το περιοδικό  Ακροκόρινθος και είχε δημοσιεύσει πολλά άρθρα στον κορινθιακό τύπο.

Είχε προβάλει  στον  τοπικό τύπο   τους Κορίνθιους ποιητές και λογοτέχνες Ρώμο Φιλύρα, Άγγελο Μεντζελίδη, Θέμη Σπηλιόπουλο, Λάμπη Αποστολίδη   και Φρίξο Σταυρόπουλο. Είχα διαβάσει- ως μαθητής του Γυμνασίου τότε- τα βιβλία του και με είχε εντυπωσιάσει κυρίως η ποίηση του, η οποία αναφερόταν στη Γεσθημανή, στην εκούσια θεία εκκένωση, στο λυτρωτικό έργο του Θεανθρώπου και σε σταυροαναστάσιμα και αναστάσιμα νοήματα της ορθοδοξίας.

Όταν έγραψα το πιο κάτω ποίημα, δεν τον είχα  γνωρίσει προσωπικά. Υπό τον τίτλο του ποιήματος αγάπη εννοούσα την αρετή της αγάπης προς τον συνάνθρωπο για πνευματικό φωτισμό και πνευματική ανάβαση,  όπως την είχα εννοήσει μέσα από τα ποιήματα του. Περίπου 20 χρόνια αργότερα – μετά την μεταπολίτευση,δηλαδή την  δεκαετία του 1970 -ασχολήθηκε με την πολιτική και την τοπική αυτοδιοίκηση, οπότε τον γνώρισα τότε για πρώτη φορά  και δεν  ξέρω αν συνέχιζε να γράφει τότε ακόμη ή όχι.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του βρέθηκε μία Κυριακή στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας συνοδευόμενος από τον συμμαθητή μου από το Δημοτικό σχολείο και συνταξιούχο του πολεμικού ναυτικού Νίκο Παπαχαραλάμπους. Είχε έλθει όπως είπε ο ίδιος για να ανάψει ένα κεράκι στην εκκλησία του χωριού σαν ευγνωμοσύνη και ευχαριστία, που την κατοχή και την πείνα φιλοξενήθηκε από κατοίκους του χωριού.

Στη συζήτηση που είχαμε μαζί του μας είπε λίγα  για την παραμονή του στο χωριό τα δύσκολα χρόνια της κατοχικής πείνας. Αναφέρθηκε στις οικογένειες Μπαρλιά και Ανδριανέση και μάλιστα μας έδωσε και από μία φωτογραφία της εποχής  εκείνης, όπου φωτογραφίζεται ο ίδιος με τον Τάσο Ανδριανέση, στρατηγό στρατιωτικής δικαιοσύνης και με τον Δήμήτριο Ανδριανέση, δικηγόρο Κορίνθου.

Μας είπε επίσης ότι βοήθησε, όταν ήταν πρόεδρος του Γ.Κ.Νοσοκομείου Κορίνθου   (υποθέτω επί μητροπολίτου Μιχαήλ) να γίνουν δύο λαϊκοί από το διπλανό χωριό Κλένιες ιερείς, οι οποίοι υπηρέτησαν τελικά ο ένας στις Κλένιες και ο άλλος στον Άγιο Βασίλειο. Δεν αναφέρθηκε στο συγγραφικό του έργο. .

Εκείνο όμως που με εντυπωσίασε ήταν, ότι βοήθησε  με γνωριμίες που είχε τότε  με τον κορίνθιο πολιτικό  Κωνσταντίνο Τσαλδάρη- και πρώην πρωθυπουργό-ώστε να αναδειχθεί ο τότε Μητροπολίτης Κορίνθου μακαριστός Μιχαήλ   Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής.

Το πιο κάτω κείμενο αποφασίζω να  δημοσιοποιήσω σήμερα  με την έννοια πλέον,  ότι κάθε άνθρωπος που είναι ο ίδιος φωτισμένος και  φωτίζει και άλλες ψυχές και έχει πλημμυριστεί ο ίδιος  από το φως της αρετής μπορεί να σκορπίζει γαλήνη, αγάπη και ειρήνη στον κόσμο.

Διαβάζοντας σήμερα μετά από 59 χρόνια το πιο κάτω ποίημα  ΑΓΑΠΗ,  μπορώ να πω,  ότι σήμερα με την οικονομική κρίση που μαστίζει τον κόσμο θα έβαζα τον εξής τίτλο  Αφιερωμένο και σε όλους αυτούς που κάνουν προσωπικές θυσίες για να προσφέρουν την ανιδιοτελή υλική βοήθεια  και  έμπρακτη αγάπη  στον συνάνθρωπο τους, αλλά και σε όσους μεταδίδουν ανιδιοτελώς το πνευματικό φως και  την αληθινή γνώση.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΓΑΠΗ

(Στον ποιητή Σήφη Γ. Κόλλια)

Αμέτρητες εφώτισες ψυχές, ψυχή τρισφωτισμένη.

Γεμάτη πίστη πάντοτε, καρδιά πλημυρισμένη

Από το φως της αρετής, εσκόρπισες γαλήνη.

Παντού και πάντα πρόθυμη ακούραστη στους κόπους,

Ηργάστθης και εδίδαξες Αγάπη και Ειρήνη.

Αγ. Βασίλειος

Γιάνκος Κουτσούκος, 12-8-1956

 

 


 

 

Στον τάφο της σκλαβιάς. Δημοσιευμένο στις 26-4-1957 στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου από τα μαθητικά χρόνια.

Δύο κόρες, η Λευτεριά και η Κύπρος, είναι βαλμένες στον τάφο της σκλαβιάς. Και οι δύο σκλαβωμένες ακούνε μες στο μνήμα τον αχό της αγχόνης των αποικιοκρατών κατακτητών που κρεμάνε τους αγωνιστές ήρωες Καραολή, Δημητρίου, Παλληκαρίδη κλπ  και φυλακισμένες όπως είναι -οι δυο κόρες- δεν μπορούν  να αντιδράσουν.

Στους 12 στίχους του ποιήματος περιγράφεται μέσα σε έναν  υπερβατικό οραματισμό η   δεινή κατάσταση που είχε περιέλθει τότε ο αγωνιζόμενος κυπριακός λαός. Η δεινή και άδικη  κατάσταση της Κύπρου που αγωνίζεται για την λευτεριά της εκφράζεται μεταφορικά και αντιπροσωπευτικά μέσα από τις δύο σκλαβωμένες αυτές κόρες.

Η σιγή και το σκοτάδι του τάφου, αλλά και η ανθισμένη φύση της Κύπρου με τα λουλούδια που φέρνουν του Μαγιού το μεθύσι, τους αφήνει μία ελπίδα πως μια μέρα θα ζήσουν και θα δράσουν και αυτές, δηλαδή η Κύπρος θα απελευθερωθεί.. Μπορούν όμως εκεί που είναι σκλαβωμένες  να αναπολούν περασμένες χαρές, δόξες, νίκες,  θριάμβους, Πλαταιές και Μαραθώνες, τα οποία όμως δεν αγγίζουν τους βάρβαρους κατακτητές.

Τελικά δεν υπάρχει στο κείμενο αυτό, η διέξοδος- λύση της πλοκής με τον  από μηχανής Θεό της αρχαίας τραγωδίας.  Το συμφέρον των κατακτητών δεν συγκινεί.  Η μόνη ελπίδα που απομένει στις δύο κόρες είναι να απευθυνθούν στα έθνη καi στους λαούς για να καταγγείλουν τις αδικίες, τους θανάτους , τις αγχόνες, την τυραννική βία, τις φοβέρες των δημίων και τους άλλος βανδαλισμούς. Πράγματι τότε η Κύπρος κατέφευγε συνέχεια στον ΟΗΕ για να καταγγείλει τους βανδαλισμούς της ωραίας Αγγλίας για να πετύχει τελικά την ελευθερία της…..

Γράφοντας αυτό το κείμενο ως μαθητής του τότε γυμνασίου αρρένων Κορίνθου- σε ηλικία 16 ετών – είχα επηρεαστεί  από τον Διονύσιο Σολωμό, τον οποίον τότε μελετούσα παράλληλα και ανεξάρτητα από τα μαθήματα μου. Τον ιδεατό αυτόν κόσμο του Σολωμού, ο οποίος μέσα σε μια οραματική υπέρβαση εξέφραζε τα υψηλά νοήματα της λευτεριάς- όπως στον ύμνο στην ελευθερία, στους ελεύθερους πολιορκημένους κλπ- τον  ένιωθα πως ταίριαζε απόλυτα στο δικό μου πνεύμα και  στην δική μου ψυχοσύνθεση. Αρχίζοντας να γράφω τις πιο κάτω στροφές υπήρχε τότε μέσα μου μία αυθόρμητη, βιωματική και ακαταμάχητη ροή σκέψεων, τις οποίες χωρίς να κάνω προσπάθεια να τις δημιουργήσω έπρεπε να τις εκφράσω και να  τις καταγράψω σε στροφές ομοιοκαταληξίας, βιώνοντας συγχρόνως αυτά που ήθελα να εκφράσω.

Διαβάζοντας σήμερα-  μετά από 58 χρόνια-  αυτό το ποίημα της μαθητικής εποχής μου ξέρω, ότι δεν είναι αυτό που στην πλειοψηφία της  θα ήθελε η σημερινή νεολαία μας. Πολλά πράγματα έχουν  εξελιχθεί και αξίες και ιδανικά έχουν μεταλλαχθεί. Πιστεύω όμως ότι αυτή η τάση της εκκοσμίκευσης των αξιών, ιδανικών, πίστεως κλπ μπορεί να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη σύγχυση.

Προσωπικά πολύ δύσκολα θα μπορούσα να γράψω σήμερα πάλι αυτές τις ιδεατές στροφές, έστω και αν έκανα μεγάλη προσπάθεια. Τις δημοσιοποιώ όμως διότι εκφράζει την εποχή της δεκαετίας του 1950 και είναι ένα μέρος της ιστορίας της εποχής εκείνης, όπου στα τότε ΜΜΕ και στη μαθητιώσα νεολαία κυριαρχούσε ο αγώνας της Κύπρου για ανεξαρτησία και συγκινούσε ο μαρτυρικός θάνατος των νεαρών κύπριων μαθητών, φοιτητών και αγωνιστών  με το μεσαιωνικό κρέμασμα τους την Αγχόνη.

ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ

 

Εις το μνήμα βαλμένη η γαλάζια η κόρη,

κλαίει πάντα την μοίρα και πικραναστενάζει.

Τα παιδιά της, λεβέντες, την γυρεύουν στα όρη,

μα καλά σφαλισμένη εκεί κάτω κοχλάζει.

 

Δίπλα κείται κι η άλλη, νεκρωμένη κι αυτή,

λευκότατη Παρθένα σαν αγνό περιστέρι.

Τις θρηνεί πικραμένη η του τάφου σιγή!

Τι βαριά που γρικούνται! Ω τι όμορφο ταίρι.

 

Όσα λούλουδα έχει του Μαΐου το μεθύσι,

δεν αρκούν εις τις κόρες για να δώσουν χαρά,

Γιατί πάντα ποθούνε ποθητά να κτυπήσει

της εξόδου ο ήχος. Κι είναι μια η Λευτεριά.

 

Το σκοτάδι φωτίζει των ηρώων το δρόμο

κι αν o οχτρός θε να φτάσει εις του σκλάβου το ύψος

πέφτει πρώτος στο βάθος και γεμίζεται τρόμο,

σκλαβωμένος για πάντα. Κι είναι η άλλη η Κύπρος.

 

Και οι δύο σκλαβωμένες μες το μνήμα ακούνε

τον αχό της αγχόνης βουβά πάντα βουβές

και με άγγελο μόνο εις τον κόσμο μηνούνε,

πως θα ζήσουν, θα δράσουν κάποια μέρα κι αυτές.

 

Και το αίσχος για κείνους που σ’ αυτόν τον αιώνα,

τους κρατούν μ’ αλυσίδες, φωτεινό θα διαμένει.

Η δε βάρβαρη πάλι της αγχόνης εικόνα

Θα φωτίζει τα έθνη, στο κακό θα τα σέρνει.

 

Μύρια δώρα η φύσις θε σ’ αυτές να προσφέρει.

Μα κοιμούνται! Κοιμούνται μες το σκότος κρυμμένες. Τις σκεπάζει η πλάκα και δεν θέλει να φέρει

μια αχτίδα ηλίου εις τις πιο τιμημένες.

 

Μες το μνήμα θυμούνται περασμένες χαρές,

δόξες, νίκες, θριάμβους, Πλατιάς, Μαραθώνας.

Η  καρδιά τους σκιρτάει. Χίλιες κλαίνε φορές

Και ζητούν ντροπιασμένες, για να βρουν Παρθενώνας.

 

Μαύρη μοίρα λυπήσου. Σκύψε λίγο στο μνήμα,

για να δεις, πως κείνται πεθαμένα κορμιά!

Σκύψε κοίτα λεβέντες. Έμπα μέσα στο μνήμα,

για να δεις σκλαβωμένη τη γλυκιά Λευτεριά.

 

Κλαίν οι κόρες δαρμένες και στενάζουν βαριά

για συμφέρον των Άγγλων. Ω τι κρίμα! Πω.. Πω..

Σκλαβωμένη και δούλα η γλυκιά Λευτεριά;

Τότε ας σβήσουν τα πάντα. Δεν μπορώ, θα το πω.

 

«Βουβαθείτε τα πάντα πένθος βάλτε πικρό,

Στάξτε δάκρυ κι ελάτε αδικία να δείτε.

– Έλα κόσμε μην κάνης τόσο δα τον στραβό –

Κι όλοι τότε κλεμμένοι πια το αίσχος να πείτε.

 

Λευτεριά σκλαβωμένη και θανάτοι κι αγχόνες

Και τυράννοι και Τούρκοι διοικούν με την βία.

Με φοβέρες δημίων και πολλές λεγεώνες

Βανδαλίζει την ΚΥΠΡΟ η «ωραία» Αγγλία!»

 

 

 

 

 

Η ΣΧΟΛΗ ΜΑΣ, δημοσιευμένο από τα μαθητικά χρόνια ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου το έτος 1954

 

Τα πέτρινα και οικονομικά δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1950 –μετά από μία γερμανική κατοχή και ένα σκληρό εμφύλιο πόλεμο- δεν μπορούσαν όλοι οι Έλληνες γονείς να στείλουν τα παιδιά τους για σπουδές πιο πέρα από την υποχρεωτική εκπαίδευση του Δημοτικού Σχολείου. Η επτατάξιος όμως τότε Ιερατική Σχολή Κορίνθου παρείχε σχεδόν δωρεάν τροφή, στέγη και εκπαίδευση. Έτσι λοιπόν πολλοί γονείς από όλη την Ελλάδα προτιμούσαν να στέλνουν τα παιδιά τους εκεί.

Στη Σχολή υπήρχε περιορισμός στις εξόδους από το κτίριο. Η έξοδος στη πόλη της Κορίνθου επιτρεπόταν μόνο κάθε Κυριακή απόγευμα για ένα μόνο τρίωρο. Στα σπίτια μας πηγαίναμε μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα. Υπήρχε υποχρεωτική καθημερινή μελέτη τις τρεις βραδινές ώρες μέσα στην αίθουσα της διδασκαλίας με αυστηρή επίβλεψη. Επίσης έπρεπε να φοράμε υποχρεωτικά ειδικό πηλίκιο εκτός Σχολής και να συμμετέχουμε στις ομαδικές καθημερινές βραδινές ακολουθίες του αποδείπνου, καθώς και στον τακτικό εκκλησιασμό.

Έτσι οι γονείς μάνδρωναν  τα παιδιά τους στη Σχολή,  όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά και για να μη παραστρατήσουν, όπως έλεγαν. Για τους λόγους αυτούς βρέθηκα και εγώ το 1953 σε ηλικία 13 ετών οικότροφος στη Σχολή.

Η εσωτερική τάση που είχα από το Δημοτικό σχολείο να γράφω τον ελεύθερο χρόνο μου ποιήματα και πεζογραφήματα και να ασχολούμαι με την ιστορία του τόπου καταγωγής μου επανήλθε πάλι σε μένα το δεύτερο χρόνο στη Σχολή, δηλαδή το 1954. Χρειάστηκα ένα χρόνο για να προσαρμοστώ στο περιβάλλον αυτό,. οπότε και δημοσίευσα στη τοπική εφημερίδα ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ αυτό το πρώτο μου ποίημα με τον τίτλο Η ΣΧΟΛΗ ΜΑΣ. Tον επόμενο όμως χρόνο απεφάσισα να εγκαταλείψω την Σχολή, οπότε ζήτησα μεταγραφή και πήγα στην αντίστοιχο τάξη του Γυμνασίου αρρένων Κορίνθου.

Σε ένα ιδεατό κόσμο – τον κόσμο των ιδεών, των ιδανικών και της καλής προαίρεσης – πρέπει να ζούσαμε τότε προσωπικά εγώ και μερικοί συμμαθητές μου. Έτσι στην ηλικία αυτή τα βλέπαμε όλα ιδανικά και τέλεια. Η μάννα μας δεν ήταν κοντά μας και μάννα και τροφός ήταν η Σχολή μας. Δεν είναι τυχαίο, ότι μέχρι σήμερα στις ετήσιες συναντήσεις με τους συμμαθητές της εποχής εκείνης λέμε ότι είμαστε ομογάλακτοι, δηλαδή πήραμε το αυτό πνευματικό γάλα από την πνευματική τροφό την Σχολή μας. Εδώ σε πνευματικό επίπεδο και όχι σε υλικό ταιριάζει και η φράση του ποιήματος

ωραία μάννα μας γλυκιά

που μας κρατάς στη αγκαλιά.

Αλλά και σε υλικό επίπεδο σε μία πρόσφατη συνάντηση μας ένας εν ενεργεία Μητροπολίτης και συμμαθητής μας συμπλήρωσε εύστοχα στον ορισμό ομογάλακτοι και την λέξη ομοφάσουλοι. Και αυτό δεν είναι τυχαίο διότι η φασουλάδα, οι φακές και το μαπόριζο ήσαν κυρίως τα φαγητά μας στα καθημερινά κοινά δείπνα.

Μέσα σε αυτό τον κόσμο των ιδεών υπήρχε σεβασμός και θαυμασμός στους σπάνιους καθηγητές μας- μερικούς από τους οποίους έχουμε ακόμη σαν ίνδαλμα. Επίσης στον κτήτορα της Σχολής μετά τους σεισμούς του 1928, τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και σε εκκλησιαστικές και λαϊκές προσωπικότητες. Για τον λόγο αυτό γίνεται στο ποίημα αυτό ειδική αναφορά σε αυτά τα πρόσωπα. Εδώ ταιριάζει και η στροφή του ποιήματος

Κάθε μια σου σπιθαμή

Δείχνει και θρησκευτική ακμή

Έβγαλες αξέχαστους πολίτες

 Και πολλούς Μητροπολίτες.

Διαβάζοντας σήμερα το ποίημα αυτό μετά από 60 χρόνια δεν βλέπω κάποια λογοτεχνική αξία, αλλά ούτε θα το έγγραφα σήμερα. Είναι όμως ένα απόμακρο μισοσβησμένο μήνυμα από το παιδικό παρελθόν, ένα πνευματικό βίωμα μιας άλλης εποχής διαφορετικής. Είναι μια προσπάθεια να υμνηθεί μία συνηθισμένη καθημερινή ανθρώπινη πραγματικότητα, την οποία ένας δεκατριάχρονος έβλεπε όπως αυτός ο ίδιος την βίωνε τότε, δηλαδή καθαρά πνευματικά και μόνο μέσα από τον ιδεατό κόσμο του και τα ιδανικά του.

 

 

 

                           Η ΣΧΟΛΗ ΜΑΣ         

 

                 Δεν είσαι ένα κτίριο απλό

                 Ούτε κανένα μικρό Σχολειό

                 Είσαι ένας τόπος ιερός

                Δίκαιος και αγνός.

 

 

                Είσαι η νύμφη του Κορινθιακού

                Και ο καθρέπτης του γαλάζιου ουρανού

                Ωραία  μάννα μας γλυκιά

                Που μας κρατάς στην αγκαλιά.

 

               Όσοι ενθυμούνται τον κτήτορα σου

                Δαμασκηνόν  Αρχιερέα

                Και τους νυν καθηγητές σου

                Σε  Θαυμάζουν κάθε μέρα.   

 

               Κάθε μια σου σπιθαμή

               Δείχνει  και θρησκευτική ακμή.

            Έβγαλες αξέχαστους πολίτες

            Και πολλούς Μητροπολίτες

 

             Όπως τον Δαμασκηνόν

             Τριφυλίας τον λαμπρόν

              Ιερείς και θεολόγους βγάζεις κάθε μέρα

              Ω αξέχαστη Μητέρα 

 

            Ιωάννης Π. Κουτσούκος

Μαθητής Β Τάξεως

Το ποίημα αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΝΈΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ 10-10- 1954

——————————————

 

Απόκομμα εφημερίδας

ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ 10-10-1954

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ:  Δημοσιευμένο την 1-6-1958 στην εφημερίδα ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ σε ηλικία 17 ετών στα γυμνασιακά χρόνια.

 

Όλο το βάρος του ποιήματος πέφτει στον τελευταίο στίχο :  Και μονοπάτι καρτερώ του κόσμου, που ποθώ,  που σημαίνει ότι ο συντάκτης του ποιήματος ζητάει ένα μονοπάτι διαφυγής από τον κόσμο και το περιβάλλον που ζει σε ένα άλλο κόσμο πιο γνήσιο και πιο πνευματικό, πιο ιδανικό και κατά το δυνατόν πιο υπερβατικό.

Για να φθάσει όμως  κάποιος με ειλικρίνεια και αποφασιστικότητα  στον γνήσιο και πνευματικό αυτό κόσμο χωρίς υποκρισία και χωρίς αληθοφάνεια ή ευσεβοφάνεια χρειάζονται   δύο πράγματα : Η καλή προαίρεση και η  θέληση (ενεργοποίηση του αυτεξουσίου της θελήσεως). Αυτές οι δύο προϋποθέσεις είναι όμως επώδυνες για την τότε και για  την σημερινή πραγματικότητα. Πρέπει να απαρνηθείς πολλά υλικά και συμβατικά πράγματα.

Πρέπει όπως λέει  ο δεκαεπτάχρονος ποιητής να φτύσεις κατάμουτρα και  με μεγάλη αποφασιστικότητα τα μίση και τις ψεύτικες και απατηλές (πλάνες) αγάπες. Αυτό βέβαια –δηλαδή η αποκόλληση από τα ψεύτικα  κατεστημένα- δεν γίνεται χωρίς πόνο (απόψε θέλω να πονώ), και χωρίς απομόνωση (παντέρημος). Εκτός αυτού μειώνεται και η ψυχική αντοχή (χωρίς κουράγιο). Το μονοπάτι που οδηγεί σε ένα άλλον κόσμο πιο σωστό, πιο δίκαιο και πιο ιδανικό είναι δύσβατο και μοιάζει σαν να βαδίζει κάποιος σε έρημο (ερειπωμένες χώρες).

Το να πεις θα σηκωθώ και θα επιστρέψω στην γνήσια ανθρώπινη κοιτίδα ( το λεγόμενο αρχέγονο κάλος) – μετά από πολλά χρόνια απομάκρυνσης του ανθρώπου από αυτήν – πρέπει να περάσεις μέσα από το λεγόμενο χαροποιό πένθος (πένθος αναμεμειγμένο με την χαρά) και την λεγόμενη χαρμολύπη ( λύπη αναμεμειγμένη με χαρμοσύνη)

Το χαροποιό πένθος στο ποίημα το εκφράζει η φράση: Θέλω το χαρωπό σκοπό, ν’ αλλάξει πια η λύρα με πένθιμο, λυπητερό. Την δε χαρμολύπη η φράση: να στάω δάκρυ καυτερό.

Η προσπάθεια τελικά για τον άλλο κόσμο τον γνήσιο, τον πνευματικό και  δίκαιο περνάει και από διαφορές μπόρες (χαμένος μες στις μπόρες) έως ότου τελικά φθάσεις στο μονοπάτι που οδηγεί στον ποθητό κόσμο του τελευταίου στίχου του ποιήματος.

Και στο ποίημα αυτό, όταν το έγραφα ως μαθητής εδώ και 58 χρόνια, απλώς ένιωθα τότε την εσωτερική ανάγκη να καταγράψω στο χαρτί μία αυθόρμητη ροή φράσεων χωρίς να μπορώ να κάνω  τότε τις αναλυτικές αυτές  σκέψεις που καταγράφω σήμερα.

 

ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ

 

Φτύσε κατάμουτρα καρδιά μίση κι’ αγάπες πλάνες.

Απόψε θέλω να πονώ,

παντέρημος να τριγυρνώ

χωρίς κουράγιο, άθλιος σ’ ερειπωμένες χώρες.

 

Θέλω το χαρωπό σκοπό, ν’ αλλάξει πια η λύρα

με πένθιμο, λυπητερό

να στάω δάκρυ καυτερό.

Να διώξ’ η λύπη τη χαρά κρυφά απ’ ανθρώπου μάτι.

 

Χαμένος ξαφνικά! Χαμένος μες στις μπόρες,

που τις ζητούσα μόνος.

Είμ’ όλος πικρός πόνος

Και μονοπάτι καρτερώ του κόσμου, που ποθώ.

 

 

 

 

 


 

 

ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΣ: Ποίημα από τα γυμνασιακά χρόνια της δεκαετίας του 1950.

Ο αγώνας της ανεξαρτησίας της Κύπρου και της ένωσης με την Ελλάδα κυριαρχούσε τότε στο ραδιόφωνο, στα καφενεία, στα ΜΜΕ και στην μαθητιώσα νεολαία.

Στο ποίημα αυτό υπάρχει ένας ιδεατός διάλογος  μεταξύ της μητέρας Ελλάδος και της κόρης Κύπρου. Καθημερινά η αλυσοδεμένη κόρη Κύπρος με τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα και στην καταστροφή, γονατιστή  εκφράζει την απελπιστική κατάσταση της στη μητέρα της Ελλάδα.

Διηγείται τα πάνδεινα που υποφέρει αγωνιζομένη για την ελευθερία: Tην απαγωγή και εξορία του εθνάρχη Μακαρίου και το αίμα των κυπρίων αγωνιστών που ρέει άφθονο στη αγχόνη του Άγγλου στρατιωτικού  διοικητή συνταγματάρχη Χάρτινγκ. Η λευτεριά- όπως  καταλήγει η κόρη Κύπρος- δίνει ζωή σε αυτούς που θυσιάζονται και χύνουν το αίμα τους για την λευτεριά και όχι σε αυτούς που αγοράζουνε με χρήματα τους ανθρώπους και το παίζουν πολιτισμένοι λαοί.

Η Ελλάδα απαντάει στη κόρη της – Κύπρο,  εκφράζει την συμπόνια της και συστήνει υπομονή και πίστη.   Τις αδικίες αυτές τις  κάνουν οι μεγάλοι που κυβερνούν τον κόσμο, επειδή έχουν το χρήμα. Τελικά ελπίζει πως θα έλθει η ώρα της λευτεριάς και της ένωσης με την Ελλάδα.

Το ποίημα αυτό, που διέπεται σε όλες τις στροφές του από την κεντρική  παρομοίωση και προσωποποίηση της  μητέρας (Ελλάδα) και της κόρης (Κύπρος), εκφράζει  νοηματικά έναν  συναισθηματισμό και μία απλότητα.  Περικλείει όμως και υψηλά ιδανικά : Την  ελευθερία, την υπομονή, την πίστη, τον ηρωισμό, την αυτοθυσία και τον διακαή πόθο της ελπίδας. Ο σπουδαίος αυτός πόθος   ξεπηδάει κατά θαυμαστό τρόπο μέσα από τις αδικίες και τις μεσαιωνικές αγχόνες των  αποικιοκρατών. Τις αγχόνες αυτές  χρησιμοποιούν στην πολιτισμένη Ευρώπη και μάλιστα στα μέσα του εικοστού αιώνα οι αποικιοκράτες Άγγλοι. Στις αγχόνες (κρεμάλες) αυτές βρήκαν  τον μαρτυρικό θάνατο νέοι Κύπριοι ήρωες αγωνιστές, όπως ο Καραολής, ο Δημητρίου, ο Παλληκαρίδης και άλλοι.

Ίσως σήμερα τα ιδανικά αυτά να είναι ξεπερασμένα και ακατανόητα για μερικούς νέους. Την εποχή όμως της δεκαετίας του 1950 ήσαν βίωμα και της ελληνικής κοινωνίας αλλά και της νεολαίας. Τα ιδανικά αυτά βίωνα και εγώ ως μαθητής του τότε Γυμνασίου Αρρένων Κορίνθου και έγραψα αυθόρμητα αυτές τις στροφές. Τώρα μελετώντας τις στροφές αυτές ύστερα από περίπου εξ δεκαετίες διαπιστώνω πόσο μεγάλη απόσταση υπάρχει  στην νεολαία μεταξύ των δύο αυτών γενεών, της δεκαετίας του 1950 και της σημερινής εποχής.

 

 

 

 

 

 

ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΣ

 

Με πονεμένη την καρδιά με χέρια σταυρωμένα

που άλυσοι τα σφίγγουνε και είναι βουτηγμένα

στο αίμα στην καταστροφή την βλέπω κάθε μέρα

γονατιστή την ΚΥΠΡΟ ΜΑΣ να λέει στην μητέρα.

 

Πεθαίνει η κορούλα σου, το όμορφο παιδί σου,

η ΚΥΠΡΟΣ ΣΟΥ η όμορφη, το ζηλευτό κορμί Σου,

που έσφιγγες στην αγκαλιά και έκλαιες μαζί της,

πεθαίνει  πια και χάνεται και σβήνει η ζωή της.

 

Ήταν γραπτό της τύχης μου να χάσω τα παιδιά μου,

τον δόλιο τον Μακάριο και  όλη την αρχοντιά μου.

Ήταν γραπτό το αίμα μου πικρά, πικρά να δώσω,

Όταν τρανά επεθύμησα μια γενεά να σώσω.

 

Να σώσω όλους τους Έλληνας, τα αγαπητά παιδιά μου

αυτά που όταν φονεύονται ραΐζει η καρδιά μου.

Αυτά που τους εδίδαξα  της λευτεριάς την δίψα,

το αίσθημα το ελληνικό, που το τιμούν περίσσια.

 

Η λευτεριά, μανούλα μου, δίνει ζωή σε εκείνους

που χύνουνε το αίμα τους και όχι εις τους σκύλους,

σε αυτούς που αγοράζουνε με χρήματα ανθρώπους

και λεν εις τον πολιτισμό, πως είναι από τους πρώτους

 

Και αν πήρανε το τέκνο μου, τον μέγα τον Εθνάρχη

είναι πολλοί Μακάριοι θα βγάλουνε το άχτι,

το άχτι αυτό το ιερό, το δίκαιο, το πρέπον

γιατί βοηθά, ο πάντοτε τα πάντα επιβλέπων.

 

-Παιδί μου, σπλάχνο μου γλυκό, σιγά μη με σταυρώνεις.

Φτάνει. Ρομφαία στη καρδιά μα αυτά που λες ζυγώνεις.

Σε ένιωσα, κορούλα μου, με αυτά τα λίγα, φτάνει.

Το πλήγμα θέλει υπομονή και πίστη για να γιάνει

 

Ω Θεέ ευσπλαχνικέ, Δημιουργέ, Πατέρα…

Τι αδικείς γίνονται σε τούτον τον αιθέρα.

Πίστη κορούλα μου γλυκιά, πίστη εις τον Θεό μας.

Τι να σου κάνω η άμοιρη, μικροί είμαστε κι οι δυο μας.

 

Μεγάλοι τώρα κυβερνούν, οι έχοντες το χρήμα.

Είναι μεγάλο κόρη μου, πολύ μεγάλο κρίμα

Κλαίω μαζί σου ΚΥΠΡΟ ΜΟΥ και πάλλει η καρδιά μου

Για μια και μόνο ένωση. Δεν βλέπεις τα παιδιά μου;

 

Με εκδηλώσεις ζωηράς για σε την αδελφή των

παντού με πνεύμα λευτεριάς δίδουν και την ζωή των.

Θάρθει η ώρα ΚΥΠΡΟ μου, θάρθει η άγια ώρα.

Θα βοηθήσει ο Κύριος και ίσως νάναι τώρα,

που θα ακουστεί στα πέρατα, σε όλη την οικουμένη

πως μια και μόνο ΕΝΩΣΗ  η ΚΥΠΡΟΣ ΜΑΣ προσμένει.

 

 

 

 

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΔΕΙΛΙΝΟ : Ποίημα από την μαθητική εποχή.

Στο ποίημα αυτό προβάλλονται σαν σε κινηματογραφική ταινία τα σπουδαιότερα μαγευτικά  κομβικά γεγονότα,  που παρατηρούσα τότε ως μαθητής του γυμνασίου  σε ένα ανοιξιάτικο μαγευτικό δειλινό :

Τα μύρια χρυσάφια της άγιας ώρας του δειλινού, τα χρώματα τα άρρητα,  το  ασημένιο τρισφωτεινό άρμα του Ηλίου, ο δροσάτος και  μυρωμένος καθαρός αέρας, το  πάφλασμα του ποταμιού, η φλογέρα του βοσκού, το ωδικό αηδόνι, οι αμέτρητες φωνές των σπουργιτών στο κατάφυτο δάσος και οι τίμιοι τεχνίτες, οι μέλισσες στις κυψέλες τους.  Όλες αυτές οι ασύνδετες φράσεις του κειμένου εκφράζουν μία αέναη εκστατική διαδοχή γεγονότων του ανοιξιάτικου δειλινού. Όλα αυτά συμβαίνουν έξω στη αναζωογονημένη φύση.

Αλλά και μέσα στις  πολιτείες και τα χωριά συμβαίνουν τα αντίστοιχα: Τα τρεχάματα των παιδιών, που τρελαίνουν με τις φωνές τους τις γειτονιές και  οι κόρες οι ολόχαρες που συναντιούνται στις βρύσες του χωριού. Όλα αυτά εκφράζονται σαν να συμμετέχουν και  γιορτάζουν την θεϊκή θέα της φύσεως.

Μέσα όμως από τον νατουραλισμό αυτών των γεγονότων εκφράζεται  και ο ρομαντισμός, που πηγάζει μέσα από την καλαισθητική απόλαυση της άνοιξης και την καλαισθητική καλλιέργεια του καθενός.

 

 

 

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΔΕΙΛΙΝΟ

Μύρια χρυσάφια μας σκορπάς στη φύση άγια ώρα.

Τα χρώματα τα  άρρητα  που πλημμυρούν μπροστά μας

μας φέρνουνε πολύ ψηλά σε κάποια θεία χώρα. του παραδείσου όμοια, όπου ποθεί η καρδιά μας.

 

Ο ασημένιος του ουρανού τρισφωτεινός πατέρας,

το άρμα  του Απόλλωνα και πάλι κουρασμένος

στη Δύση τρέχει να κρυφτεί. Και ο καθαρός αέρας

απ το θυμάρι βγαίνοντας, δροσάτος, μυρωμένος, χαϊδεύοντας τα πρόσωπα τρέχει σιγά και πάλι,

να αρωματίσει τα κλαδιά , να διώξει την μαυρίλα

για να χαρούν κινούμενα τα πράσινα τα φύλλα.

 

Το ποταμάκι σιγαλά, όπου κυλά πιο πέρα

με το γλυκό το πάφλασμα, τον ήχο της φλογέρας

να δυναμώσει θέλοντας αφήνει τον αέρα

να του αρπάξει την φωνή στο τέλος της ημέρας.

 

Κι αυτός ξανά φτερώνοντας στα πέρατα τεντώνει

πιο μυρωδάτος πιο απαλός μες στου Θεού την Χάρη,

τον ήχο μεταφέροντας στο ωδικό αηδόνι,

που αρχίζει το κελάηδημα, το άσμα του να ψάλλει.

 

Σο δάσος το κατάφυτο αμέτρητοι σπουργίτες

αμέτρητες βγάζουν φωνές, εσπερινό τους ψάλλουν.

Και στη κυψέλη την αγνή οι τίμιοι τεχνίτες

με πίστη εις το έργο τους το μέλι τους  ετοιμάζουν.

 

Τρέχουν, φωνάζουν τα παιδιά τις γειτονιές τρελαίνουν.

Γέλια, παιχνίδια και φωνές την ώρα αυτή γεννιούνται. Χαρούμενα τα σήμαντρα εσπερινό σημαίνουν

Κι οι κόρες οι ολόχαρες στη βρύση χαιρετιούνται.

 

Η δύση όλη ντύθηκε στα ολόμαυρα τα κάλλη

Και συννεφάκι που έτυχε τριγύρω να θαυμάζει

Και αυτό χρυσά  εντύθηκε και καμαρώνει πάλι,

Την θέα αυτή την θεϊκή της φύσεως γιορτάζει.

 

 

 

 

25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821: Το ποίημα αυτό της δεκαετίας του 1950 αναφέρεται στην επανάσταση του 1821.

Στα σχολικά βιβλία τότε και στις ετήσιες σχετικές γιορτές της 25 Μαρτίου του 1821, που συνέπιπτε πάντα με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, επικρατούσαν πολύ διαφορετικά ιδανικά από ότι συμβαίνει στην σημερινή μεταλλαγμένη εποχή με την  νεολαία. Ο ηρωισμός των Ελλήνων επαναστατών, η πίστη στον απελευθερωτικό αγώνα, ο ρόλος της βαθειάς θρησκευτικότητας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Μακρυγιάννη και άλλων γνησίων αγωνιστών του 1821, είχαν διαμορφώσει το ιδανικό υπέρ πίστεως και Πατρίδος. Τα γεγονότα αυτά διδάσκονταν από τους καθηγητές και τα είχαν εμπεδώσει και αποδεχτεί αναμφίβολα όλοι οι μαθητές. Επίσης η αγάπη στην πατρίδα, το συμβολικό λάβαρο του 21 της Αγίας Λαύρας, οι νίκες στο Βαλτέτσι, Τριπολιτσά, Δερβενάκια κλπ έδειχναν την αυτοθυσία των αγωνιστών. Όλα αυτά τότε προκαλούσαν τον θαυμασμό ενός μαθητή του Γυμνασίου, όπως  ήμουνα και εγώ.

Για τον ίδιο λόγο είχα αποδεχτεί και εγώ όλα τα πιο πάνω και τα χρησιμοποιώ σαν νοηματικό πυρήνα του ποιήματος αυτού. Οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου και του Γυμνασίου απήγγειλαν τότε παρόμοια ποιήματα. Και το ποίημα αυτό είχε απαγγελθεί από μαθήτρια του δημοτικού Σχολείου του τόπου καταγωγής μου κατά την εορτή της 25 Μαρτίου.

25 ΜΑΡΤΊΟΥ  ΤΟΥ 1821

Μια μέρα σαν και σήμερα πριν από λίγα χρόνια,

όπου η Ελλάδα στέναζε σε μαύρη καταχθόνια,

μια μέρα τέτοια διάλεξε η γλυκιά Μαρία

να δώσει στην Ελλάδα μας την ανεξαρτησία.

 

Τρέχουν ιδρώτα τα βουνά και οι κάμποι δακρυσμένοι

ζητούν και  αυτοί την λευτεριά. Και όλοι μανιασμένοι

με πνεύμα φιλελεύθερο με αγάπη στη Πατρίδα

ζητούνε να προσφέρουνε της λευτεριάς αχτίδα.

 

Το λάβαρο υψώνεται, φθάνει στα μεσουράνια.

Αναφωνεί ο Γερμανός : Εμπρός με περηφάνια

για μια Πατρίδα ελληνική, για μια Ελλάδα νέα

υψώστε όλοι να φαίνεται η γαλανή σημαία

 

Το σύνθημα λαμβάνεται από όλους τους γενναίους

και σαν αστραπή διαδίδεται στους Κολοκοτρωναίους.

Αυτοί το υπερασπίζονται και το τιμούν περίσσια,

για λευτεριά αγωνίζονται με μια μεγάλη λύσσα.

Οι Έλληνες οι ξακουστοί, οι ήρωες οι πρώτοι

παντού αυτοί ευρίσκονται. Και όπου της μάχης κρότοι

το σύνθημα διαλαλούν, την ιερή την ώρα.

Τρέχουν για να προσφέρουνε την λευτεριά στη χώρα.

 

Στη χώρα αυτή που φώτισε όλη την οικουμένη.

Στη χώρα αυτή την ξακουστή, που είναι τιμημένη

και σκλάβα στέκει η άμοιρη στον βάρβαρο τον Τούρκο

και είναι πεσμένη η δύστυχη σε ματωμένο βούρκο.

 

Τα Δερβενάκια λάμπουνε  ωσάν τον Μαραθώνα.

Χτίζουν εκεί οι Έλληνες και άλλον Παρθενώνα.

Με δόξα με παλληκαριά, με πίστη στη Πατρίδα

Δίνουν ζωή εις του λαού την άδολη ελπίδα.

 

Στεφανωμένη με χαρά η ένδοξη η Νίκη

την Λευτεριά υποδέχεται στον τόπο που δεν λείπει

να κατοικεί ο Έλληνας,  ήρωας των αιώνων,

ο θαυμαστός δημιουργός των πρώτων Παρθενώνων.

 

 

 

ΠΕΝΘΟΣ

Οι μοναδικές σωζόμενες τέσσερες πιο κάτω γραμμές του ποιήματος   εκφράζουν την πρόθεση του γράφοντος να ελαφρώσει το βάρος, που του δημιουργούσε  ο πόνος για τον χαμό προσφιλούς προσώπου.

Πιθανότατα αφορά την ανάμνηση  συμμαθητή του – ηλικίας 7 ετών- από την δευτέρα τάξη του Δημοτικού Σχολείου του χωριού του, που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα έξω από το σπίτι του. Το δυστύχημα αυτό προκάλεσε εντελώς άθελα  οδηγός, στενός οικογενειακός φίλος της οικογενείας του θύματος.  Ο ξαφνικός χαμός ενός μικρού παιδιού αφήνει πάντα ανεξίτηλο βάρος πόνου σε φίλους και γνωστούς.

 

ΠΕΝΘΟΣ[1]

 

Βουβά, βουβά ξεκίνησα

στου πόνου μου το βάρος,

να γράψω κάτι για αυτόν

που πλήγωσε ο Χάρος.

 

 

 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟΥ : Το ποίημα αυτό έχει γραφτεί πιθανώς την εποχή  του δημοτικού σχολείου.

Παρά την απλότητα του εκφράζει αρκετά θεολογικά νοήματα. Το κατηχητικό σχολείο τότε στα χωριά ήταν ένα δεύτερο σχολείο κυρίως θεολογικών γνώσεων, αλλά και κατηχήσεως στην ορθόδοξη πίστη.

Επιγραμματικά το νόημα του είναι το εξής: Mέσα στα πέτρινα και δύσκολα εκείνα χρόνια και μέσα στις πίκρες της ζωής,  που δεν υπάρχει γαλήνη, οι μικροί μαθηταί νιώθουν να αναπαύεται η ψυχή τους κοντά στη διδασκαλία του Θεανθρώπου. Η εκούσια σταυρική θυσία του Χριστού φτερουγίζει τις ψυχές στα ύψη και τις κάνει να υμνολογούν τον Δημιουργό Θεό, ενώ συγχρόνως νικάει τα εμπόδια και τις παγίδες. Τέλος γίνεται επίκληση- τραγουδώντας ωσαννά- για τον φωτισμό των ίδιων των παιδιών αλλά και της Πατρίδας  μέσα από την πίστη και την γνώση.

Η φράση- επίκληση στον Χριστό της τελευταίας στροφής : που ειρήνη μας σκορπίζεις, ζήσε πάντα πιο κοντά τα παιδιά σου να φωτίζεις είναι ακριβώς το κεντρικό θεολογικό και φιλοκαλικό νόημα:  Ο φωτισμός επιτυγχάνεται  μέσα από την ατομική ψυχική κάθαρση. Και  τα δύο αυτά πνευματικά σκαλοπάτια κάθαρση και φωτισμός  οδηγούν στην κατά χάριν θέωση του ανθρώπου.

 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟΥ

 

Μές στις πίκρες της ζωής μας,

που δεν βρίσκουμε γαλήνη,

νιώθουμε άγια την ψυχή μας

ο Χριστός να την αφήνει.

 

Φτερουγίζουμε στα  ύψη,

σύντροφο μας τον Χριστό,

που ηθέλησε να σκύψει

σε ένα ξύλινο σταυρό.

 

Ποτισμένοι από την πίστη

του αληθινού Θεού,

ύμνους στέλνουμε στον κτίστη

Γης, Ηλίου και Ουρανού.

 

Εις το χέρι μας την δάδα,

τραγουδώντας ωσαννά,

την γλυκιά μας την Ελλάδα

την φωτίζουμε ξανά.

 

δεν φοβούμεθα εμπόδια,

που μας φέρνει ο πονηρός,

ούτε μάχαιρας και όργια,

που νικάει ο Σταυρός.

 

Με χαρά και με ελπίδα

τον Χριστό δοξολογούμε,

του φωτός την ηλιαχτίδα

και τον πλάστη μας υμνούμε.

 

Ω Χριστέ μας ποιητά,

που ειρήνη μας σκορπίζεις,

ζήσε πάντα πιο κοντά

τα παιδιά σου να φωτίζεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΩΡΕΣ  ΠΟΝΟΥ : Ένα ποίημα από τα  γυμνασιακά χρόνια.

Όταν έγγραφα αυτές τις στροφές – τότε ως μαθητής Γυμνασίου – διάβαζα πολύ τον Διονύσιο Σολωμό, από τον οποίο είχα επηρεαστεί και τον οποίον και  θαύμαζα. Ως προς την μορφή τον μιμήθηκα στην διπλή ομοιοκαταληξία κάθε στροφής, στο μέτρο και στο μικρό και απλό μέγεθος κάθε στίχου.  Περίπου μιμούμαι στη μορφή τον Ύμνο στην Ελευθερία του Σολωμού, αλλά  με δικό μου ανεξάρτητο θέμα στο νόημα.

Ως προς το περιεχόμενο είχα επηρεαστεί και από την ευαισθησία του Σολωμού, αλλά κυρίως από τον ρομαντισμό και την απαισιοδοξία του γερμανού συγγραφέα  Johannes Wolfgang Goethe (Γκαίτε).  Πιο συγκεκριμένα από τον πληγωμένο και παράφορο ήρωα του Βέρθερο.

Σήμερα βέβαια δεν θα έγραφα ποτέ ένα τέτοιο ποίημα, διότι δεν θα μπορούσα σε μια ρεαλιστική εποχή- σαν την σημερινή -να διαβάσω πάλι τον ρομαντικό Γκαίτε.

Η λέξη πόνος είναι μία διαρκής εσωτερική κραυγή μου για την καλυτέρευση της ανάλγητης στον ανθρωπισμό κοινωνίας, ένα ιδανικό  το οποίο διέκρινα, ότι δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί ούτε στο μέλλον. Η λέξη δαιμόνιο —παρμένη από τον Γκαίτε – σημαίνει στο ποίημα αυτό την διαρκή εσωτερική ανησυχία μου για την μη εκπλήρωση αυτού του ιδανικού.

ΩΡΕΣ  ΠΟΝΟΥ

Όλα τα άστρα  θλιμμένα

στις νυχτιάς την μαγεία

τρέμουν, κλαίνε δαρμένα

την δική μου πικρία.

 

Δεν τολμά το αεράκι

μυρωμένο να γνέψει,

στα κλαδιά με μεράκι

τον αφρό να χαϊδέψει.

 

Μαυροκόλαση πέφτει,

όπου πάω τριγύρου,

στον γαλάζιο καθρέφτη,

στην ευώδια του μύρου.

 

Μούσες, πάρτε την θλίψη,

δώστε δύναμη , θάρρος.

Τραγουδάτε να εκλείψει

της καρδιάς μου το βάρος

Ω ψυχή μη στενάζεις.

Δεν μπορώ να σε αντέχω.

Πάψε πια να αγκαλιάζεις

πράγμα που δεν το έχω.

 

Πάψε σου λέω στα αλήθεια.

Δεν μπορώ ..δεν μπορώ..

Πνίξου πόνε στα στήθια

και μη γίνου θεριό.

 

Όσο σε στενοδένω,

τόσο πια με φουσκώνεις.

Και με κάνεις να μένω

σαν ερείπιο θλιμμένο.

 

Πνίξου πόνε και κοίμου

μες στα στήθια πνιγμένος.

Κλάψε, θρήνου και γίνου

πιο πολύ πικραμένος.

 

Ω δαιμόνιο σιώπα.

Σαν τη λάβα με σβήνεις.

Άμμε πέρα σαν πρώτα,

ας την ώρα οδύνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

O ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

 

Μία ποιητική σύνθεση που έγραψα στα μαθητικά μου χρόνια. Το θέμα είναι από την γενικότερη ποιητική συλλογή του Διονυσίου Σολωμού Ο ΛΑΜΠΡΟΣ, το οποίο άφησε ατελείωτο ο εθνικός μας ποιητής.  Αρκετά τμήματα του σπουδαίου αυτού έργου ο Δ. Σολωμός δεν πρόλαβε να τα μετατρέψει σε στίχους και σώθηκαν σε σημειώσεις μόνο  σε πεζό λόγο. Από τις πεζές αυτές σημειώσεις  προκύπτει το περιεχόμενο που σκόπευε να μετατρέψει σε έμμετρο λόγο (ποίημα), αλλά δεν πρόλαβε. Ένα τέτοιο πεζό κείμενο αφορά τον θάνατο της Μαρίας, της ηρωίδας του έργου του Σολωμού. Ακριβώς αυτό το πεζό  κείμενο του Σολωμού προσπάθησα να μετατρέψω – τότε ως μαθητής – σε στίχους δίδοντας στο ποίημα μου τον ομώνυμο τίτλο που είχε αυτό το πεζό του Σολωμού, δηλαδή  O ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ .

Όσα τμήματα από τον Λάμπρο πρόλαβε ο Σολωμός να μετατρέψει σε ποιητική μορφή είναι σπάνια ποιητικά αριστουργήματα της ελληνικής γλώσσας[2]. Το όλο έργο του Σολωμού με τον τίτλο  ο Λάμπρος είναι κατά την γνώμη μου στην ουσία μία προσπάθεια του να γράψει μία αρχαία τραγωδία σε ποιητική έμμετρη μορφή με σύγχρονο όμως θέμα από την νεοελληνική πραγματικότητα. Η τραγωδία αυτή- πάντα σύμφωνα με τον ορισμό του Αριστοτέλη περί τραγωδίας έχει και μύθο και κάθαρση και τραγική ειρωνεία. Της λείπει μόνο ο από μηχανής Θεός.

 Ο μύθος της τραγωδίας αυτής έχει  ως εξής :

O Λάμπρος αποκτά με την Μαρία χωρίς να την στεφανωθεί τρία αγόρια και ένα κορίτσι, την Αυγούλα[3]. Τα παιδιά τα στέλνει στο ορφανοτροφείο και τα εγκαταλείπει. Ο ίδιος φεύγει και πολεμά με τους Σουλιώτες κατά του  Αλή Πασά. Εκεί ερωτεύεται παράφορα και έχει ερωτικές σχέσεις  με  μία κοπέλα, η οποία δραπέτευσε από το στρατόπεδο των Τούρκων, χωρίς να γνωρίζει, ότι πρόκειται για την ίδια την κόρη του Αυγούλα. Η Αυγούλα μαθαίνει την αλήθεια από τον Λάμπρο και αυτοκτονεί πέφτοντας στην λίμνη μπροστά στα μάτια του  Πατέρα της. Είναι Λαμπρή. Ο Λάμπρος εξιστορεί και στην Μαρία τα τραγικά γεγονότα και διωκόμενος από τις τύψεις συνειδήσεως πέφτει από τον βράχο στην λίμνη και βάζει τέλος στη ζωή του αμετανόητος. Η Μαρία χάνει τα λογικά της περιπλανιέται απελπισμένη όλη την νύχτα στους κάμπους και τελικά θέλει να πάει κοντά στη νεκρή κόρη της Αυγούλα, πέφτοντας και αυτή στην λίμνη και βάζοντας και αυτή τέλος στη ζωή της.

Το ποίημα που συνέθεσα αφορά ακριβώς τις τελευταίες αυτές δραματικές και απελπισμένες περιπλανήσεις  της Μαρίας, προτού πέσει στην λίμνη.[4] Αποτελείται από εξ στροφές και κάθε στροφή από οκτώ στίχους.

Σε κάθε στροφή υπάρχουν δύο τριπλές ομοιοκαταληξίες και μία διπλή ομοιοκαταληξία. Η   πρώτη τριπλή ομοιοκαταληξία σχηματίζεται μεταξύ του πρώτου, τρίτου και πέμπτου στίχου. Η δεύτερη τριπλή  ομοιοκαταληξία σχηματίζεται μεταξύ  των δεύτερου, τέταρτου και έκτου στίχου. Τέλος η μοναδική διπλή ομοιοκαταληξία σχηματίζεται μεταξύ των δύο τελευταίων στίχων (εβδόμου και ογδόου). Σε όλη την έμμετρη σύνθεση υπάρχει μέτρο (συλλαβικός ρυθμός).

Ως προς το νόημα εκφράζομαι ελεύθερα χωρίς να δεσμεύομαι από το σχετικό πεζό λόγο του Σολωμού:

Στροφή πρώτη: Ενώ ανθισμένη όλη η φύση γλεντάει το μεθύσι της αύρας μια και είναι άνοιξη, η Μαρία δεν έχει τα λογικά της και τα βλέπει όλα με πίκρα. Αυτή στέκει στην άκρη του βράχου λυπημένη και ερευνά με μανία τον βυθό τα λίμνης, που πνίγηκε η κόρη της Αυγούλα: Αύτη στέκει ακόμα και πικροσυλλογιέται το του τάφου της χώμα.

Στροφή δεύτερη: Σαν τρελή η Μαρία περπατούσε μέσα στη νύχτα στον κάμπο φορτωμένη τις πίκρες και χαρές της ζωής της και τραγουδούσε με γέλιο και δάκρυ την

ύστατη στιγμή της ζωής της αναφωνώντας  την νεκρή κόρη της Αυγούλα.

Στροφή Τρίτη: Βλέποντας την λίμνη να στέκει  ησυχώτατα χωρίς θλίψεις και ελπίδες, χωρίς βάσανα πόνους, όπως έχει η ίδια  σαν άνθρωπος η Μαρία φέρνει στη μνήμη της το παρελθόν της και της γεννιέται η ιδέα για άλλης ελπίδες ζωής μεγαλεία και ξεσπά εις τους θρήνους.

Στροφή τέταρτη: Με τυφλωμένο λογικό από την απελπισία της η Μαρία τριγυρνάει την λίμνη και  μέσα στην παραζάλη της νομίζει  τις σκιές των δένδρων μέσα στο νερό  σαν πραγματικότητα. Την Αυγούλα διακρίνει το παιδί το δικό της και την ερωτά: Γιατί σπλάχνο μες στου μύρου ταις αγκάλες δεν θέλεις, γιατί σπλάχνο, να ζήσεις, γιατί ταις ευώδιες του Μαγιού θες να αφήσεις;

Στροφή Πέμπτη: Συνεχίζει τον φανταστικό της μονόλογο   με την κόρη της  Αυγούλα και της ανακοινώνει την απόφαση της να πάει κοντά της: Τις αρχές του υστάτου πρωινού χαιρετίζω. Το φιλί, ω Αυγούλα, το πικρό του θανάτου  μούχει ο χάρος δωρίσει…

Στροφή έκτη: Συνεχίζει τον μονόλογο της λέγοντας:  Εις την ζήση την ψεύτρα μόνο πίκρες και πόνοι σύντροφοι μου μου ήσαν. Σκύβει, κοιτά κάποιο άνθος, κοντοστάθηκε, ύψωσε στον Θεό την φωνή της, συλλογίστηκε το λάθος που διέπραξε στην ζωή της και με δάκρυ καθάριο μες στο Χάος βουτιέται για να πάει στον Άγιο

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ [5]

(Από το  έργο ο Λάμπρος, του Διονυσίου Σολωμού, το οποίο  δεν πρόφθασε  να  το ενσαρκώσει όλο με τις μούσες ο ψάλτης της λευτεριάς και άφησε μερικά τμήματα σε πεζές σημειώσεις.)

 

Η πικρή ερημιά με χαρά αγροικάει

και φιλεί τις ακτίνες του Ήλιου γελώντας.

Τον βυθό λυπημένη κάποια μάνα ερευνάει

εις την άκρη του βράχου με μανία κοιτώντας.

Και ενώ ανθισμένη όλη η φύση γλεντάει

το μεθύσι της αύρας και ζωή δίδει, όντας

δακρυσμένος την ίδεις, αύτη στέκει ακόμα

και πικροσυλλογιέται το του τάφου της χώμα.

 

Μες στον κάμπο από τη νύχτα η τρελλή περιπάτη

φορτωμένη τις πίκρες και χαρές της ζωής της.

Με το γέλιο και δάκρυ την γλυκειά και υστάτη

ετραγούδα στρεκλώντας στιγμή της ζωής της.

-« Πούσε κόρη μου Αυγούλα; Πούνε η λίμνη; Α! νάτη !.»

Ω ! Ti κρίμα να χάσει από νεια την τιμή της.

Τα παιδιά της, τον Λάμπρο τα σκεπάζει το μνήμα.

Ωιμέ δυστυχία, τι συμφορά και κρίμα.

 

Ωσάν κόρη γαλάζια του οφθαλμού μοιάζει η λίμνη.

Ησυχώτατη στέκει χωρίς θλίψες κι ελπίδες.

Χωρίς βάσανα πόνους. Τριγυρνώντας την μνήμη

βλέπει η δύστυχη μάννα του φωτός τις αχτίδες

να λαμπίζουν στο βάθος. Μια γλυκειά τους αφήνει

ομορφιά παρελθόντος και για άλλης ελπίδες

ζωής μεγαλεία μες στους κάτασπρους κρίνους

της γεννιέται ιδέα και ξεσπά εις τους θρήνους.

 

Τυφλωμένο ως ήτο το στερνό λογικό της

χωρίς κόπο, με γέλιο φέρνει τη λίμνη τριγύρου

τις σκιές τις νομίζει πραγματικότης

των δενδρών μες στο βάθος και στη πλάνη του ονείρου

την Αυγούλα διακρίνει, το παιδί το δικό της.

« Ω ! Αυγούλα, φωνάζει, γιατί μες εις του μύρου

ταις αγκάλες δεν θέλεις, γιατί σπλάχνο, να ζήσεις;

Γιατί  ταις ευώδιαις του Μαγιού θες να αφήσεις;

 

Πες μου σπλάχνο αν είναι στο βυθό εκεί κάτου,

που θε νάρθω σε λίγο άλλος κόσμος με χάρη.

Το φιλί, ώ Αυγούλα, το πικρό του θανάτου

μούχει ο Χάρος δωρίσει. Και ξηρό πλια κλωνάρι

στέκω η άμοιρη μόνη. Τις αρχές του υστάτου

πρωινού χαιρετίζω. Στο  αχνό ψες φεγγάρι

σύντροφο μου στον κάμπο, που γυρνούσα με τρέλλα

να με πάρει του είπα και αυτό μου είπε:  Eλα !…

 

Εις την ζήση την ψεύτρα μόνο πίκρες και πόνοι

σύντροφοι μου  μου ήσαν. Ίσως κάτω στο βάθος

που θε νάρθω σε λίγο να μην είμαι πια μόνη…»

Σκύβει η δόλια στην άκρη και κοιτά κάποιο άνθος

ζωηρό και ευώδιο. Κοντοστάθη και υψώνει

στον Θεό την φωνή της. Συλλογιέται το λάθος

που διέπραξε η δόλια και με δάκρυ καθάριο

μες στο χάος βουτιέται για να πάει στον Άγιο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΚΤΑΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ

Το παρόν οκτάστιχο ανήκει στο πιο πάνω ποίημα Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ. Αφορά όμως τις τελευταίες απελπιστικές στιγμές του Λάμπρου και όχι της Μαρίας. Και το ποίημα αυτό έχω γράψει στα μαθητικά μου χρόνια.

 

Αργά λυπημένος στο σπίτι πηγαίνει.

Τους τοίχους μονάχα ευρίσκει στη ζάλη.

« Αυγούλα » φωνάζει, μα πάλι σωπαίνει.

Θυμάται τα ωραία της κόρης τα κάλλη

και παίρνει τον δρόμο, τα όρη διαβαίνει.

Την Χούνι κοιτάει, την θέλει για μνήμα !…

Καταστροφή !..Ωιμέ ! ..Τι συμφορά και κρίμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

Το οκτάστιχο αυτό το έγραψα ως μαθητής την ίδια εποχή, που έγραψα τον ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ. Ως προς την ομοιοκαταληξία στο οκτάστιχο αυτό υπάρχουν στίχοι με δύο τριπλές ομοιοκαταληξίες (1,3,5 και 2,4,6) και μία διπλή  (7,8).

Είναι επηρεασμένο ως προς το μέτρο και τον ρυθμό – όχι όμως και ως προς το περιεχόμενο-από το ομώνυμο ποίημα του Διονυσίου Σολωμού η ημέρα της Λαμπρής[6]: Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ἀστέρι, σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε τ᾿ οὐρανοῦ…. Παραθέτουμε πιο κάτω το ποίημα του Σολωμού:

Διονυσίου Σολωμού «Η ημέρα της Λαμπρής»
Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη·
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκά στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες της καρδιάς τα φύλλα
«γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστήτε·
μέσα στες εκκλησιές τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε·
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε·
φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε «Χριστός Ανέστη», εχθροί και φίλοι

Για την δική μου έμμετρη σύνθεση για το ποίημα ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ (σελίδα 88) έχω να παρατηρήσω τα εξής: Aπό νοηματική άποψη οι πρώτες τέσσερες στροφές αφορούν τα διαδραματιζόμενα στην γη και οι υπόλοιπες τέσσερες τα διαδραματιζόμενα στον ουρανό[7]

Σχετικά με τα διαδραματιζόμενα στη γη (τέσσερεις πρώτοι στίχοι) υπάρχει η πιο κάτω νοηματική αναφορά: H πρώτη φράση  Γολγοθάδες αιώνων εκαρτερούσαν.. είναι μεταφορική και δείχνει τους αιώνας[8] προσωποποιημένους να καρτερούν μια ηλιαχτίδα πνευματικού φωτός με πολύ μεγάλη αγωνία σε απόμακρα από το φως[9] μέρη. Μέσα σε αυτό το πνευματικό σκοτάδι είναι σαν μαυρισμένοι και ζητούν ανήμποροι μία διέξοδο[10]

Σχετικά με τον ουρανό (οι υπόλοιποι τέσσερεις στίχοι), υπάρχει νοηματική  αναφορά στα θεία (θείος γνόφος, θριαμβεύουσα εκκλησία), τα οποία παρακολουθούν άγρυπνα και με πικρία το ανθρώπινο γένος να είναι σκλαβωμένο στα χέρια του πνευματικού σκότους.

Με την εκούσια όμως εκκένωση, ενσάρκωση και ανάσταση του θείου Λόγου (Χριστού), και κυρίως με την σταυρική του θυσία και το αίμα του είναι σα να κατέβηκαν τα θεία στη γή. Με τον τρόπο αυτόν ξέπλυναν την αμαρτία (σκότος) του ανθρωπίνου γένους. Αυτό είναι το νόημα της Λαμπρής  που εκφράζει το ποίημα  μου αυτό.

Οι δύο τελευταίοι στίχοι εκφράζουν επίσης την δυνατότητα της κατά χάριν θεώσεως του ανθρωπίνου γένους μέσα από την σταυρική θυσία του Χριστού και μέσα από το αίμα του που έχυσε για το ανθρώπινο γένος. Και αυτές οι εκφράσεις αποδίδουν επίσης, σύμφωνα με τα ορθόδοξα κείμενα της φιλοκαλίας των ιερών νηπτικών, το βαθύτερο νόημα της Λαμπρής (Αναστάσεως του Χριστού).

Φυσικά όταν έγραφα αυτό το οκτάστιχο ως μαθητής Γυμνασίου δεν κατείχα τότε τις πιο πάνω θεολογικές γνώσεις. Αυθόρμητα όμως ένιωθα τότε την εσωτερική ανάγκη να γράψω στο χαρτί την ροή των σκέψεων και φράσεων με μέτρο που μου υπαγόρευε ο εσωτερικός μου κόσμος. Σήμερα που ξαναδιαβάζω αυτούς τους στίχους – για πρώτη φορά μετά από 60 περίπου χρόνια – βλέπω, ότι το έμμετρο αυτό κείμενο είχε και θεολογικό νόημα Το νόημα αυτό είναι συγκεκαλυμμένο βέβαια εν μέρει μέσα στα απαραίτητα λογοτεχνικά σχήματα της εποχής εκείνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ:

 

Γολγοθάδες αιώνων εκαρτερούσαν

του φωτός την αχτίδα σε απόμερα μέρη.

Μαυρισμένοι από το σκότος αργοζητούσαν

μυρωμένο να πνεύσει το ολόδροσο αέρι.

Πικραμένα τα θεία πάντα γροικούσαν

σκλαβωμένο το γένος στου σκότους το χέρι,

κι εκλίναν στο χώμα όλα με κόπο

και εξεπλύναν με αίμα του ανθρώπου το σκότο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΡΟΣΤΑΓΜΑ: Ένα εξάστιχο από τα μαθητικά χρόνια.

Ο πόνος σύμφωνα με το ποίημα είναι ο μόνος προστάτης των ιδανικών. Με την λέξη πόνος εδώ εννοείται όχι κάποιος σαρκικός πόνος αλλά κάθε επίπονη προσπάθεια να απαρνηθείς όσο είναι δυνατόν την καθημερινότητα της άθλιας και χαμαίζηλης[11] ζωής.

Με την ενεργοποίηση της καλής σου προαίρεσης και του αυτεξουσίου της θελήσεως σου (πνευματικός αγώνας) μπορείς να αλλάξεις την ζωή σου και να αποκτήσεις την αρετή ( την αρετή να δρέψεις).

Από την πράγματι επίπονη αυτή προσπάθεια ( με αλλά λόγια από τον πόνο του ποιήματος) θα αντλήσεις θάρρος, ζωή και δύναμη για να αλλάξεις την ζωή σου. Και αυτό θα συμβεί, διότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ύλη αλλά και πνευματικό όν και η ψυχή του αναπαύεται στην αρετή ( πνευματική κατάσταση) και όχι μόνο στην ύλη.

Στην αρχή του ποιήματος εκφράζεται η ευχή να ενεργοποιήσει η ψυχή τις δυνάμεις που εσωκλείει και να ρίξει όλη την ύπαρξη της ( Ρίξε ψυχή το είναι σου στην αγκαλιά του πόνου) στην πιο πάνω προσπάθεια. Εκτός αυτού η επιθυμία του ποιητή είναι να γίνει αυτό μία μόνιμη κατάσταση και όχι στιγμιαία. (και στόλιστο παντοτινά με την γλυκειά πνοή του).

Τελικά η επίτευξη της πιο πάνω πνευματικής κατάστασης, που αποκτήθηκε με πόνο (επίπονη προσπάθεια) και η απόκτηση της αρετής έχουν το χαρακτηριστικό -σύμφωνα με το ποίημα,- ότι μεταφορικά θα είναι με  στεφάνια, λούλουδα πολλά και δάφνες φορτωμένη.

Και σε αυτό το εξάστιχο – μελετώντας το σήμερα 23-7-2016 που γράφω αυτές τις γραμμές- εκπλήσσομαι πράγματι πως μπόρεσα να γράψω ως μαθητής εντελώς αυθόρμητα το περιεχόμενο του, που νοηματικά τότε ως μαθητής μου ήταν εντελώς άγνωστο. Στην ουσία το ποίημα αυτό υποδηλώνει την τότε εντελώς άγνωστη σε εμένα ορθόδοξη φιλοκαλική θεωρία, ότι δηλαδή η κατά χάριν θέωση του ανθρώπου επιτυγχάνεται από την καλή προαίρεση συν τον πνευματικό προσωπικό επίπονο αγώνα υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα επενεργήσει σε όλα αυτά σαν καταλύτης  η Χάρις του Αγίου Πνεύματος.

Στο εξάστιχο υπάρχουν δύο διπλές ομοιοκαταληξίες Η μία είναι μεταξύ του πρώτου και τρίτου στίχου και η άλλη μεταξύ του δευτέρου και τετάρτου. Οι δύο τελευταίοι στίχοι δεν έχουν ομοιοκαταληξία.

 

 

 

ΠΡΟΣΤΑΓΜΑ

Ρίξε ψυχή το είναι σου στην αγκαλιά του πόνου

και στόλιστο παντοτεινά μα την γλυκειά πνοή του.

Θάρρος, πνοή και δύναμη να αντλήσει από του μόνου

προστάτου των ιδανικών, να αλλάξει την ζωή του,

την άθλια, χαμαιζηλή, την αρετή να δρέψει

στεφάνια, λούλουδα πολλά και δάφνες φορτωμένο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ ΘΛΙΨΗ: ENA ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ (1-5-1958).

Ο τίτλος καλή μέρα θλίψη είναι παρμένος από ένα ομώνυμο μυθιστόρημα της γαλλίδας συγγραφέας Φρανσουάζ Σαγκάν. Η συγγραφέας αυτή το 1958 ήταν δημοφιλής στην Ελλάδα και τότε την διάβαζα και εγώ. Η συνηθισμένη λογοτεχνική λέξη Μadona στον υπότιτλο του ποιήματος δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Αναφέρεται σε ότι η εσωτερική νοσταλγία (νόστος) κάθε έφηβου επιθυμεί. Στην ουσία μιλάμε όχι για ένα υλικό, αλλά για κάποιο ανώτερο πνευματικό ιδανικό, το οποίο όμως ευρίσκεται μόνο στην σφαίρα της νοσταλγίας.

Στην πρώτη στροφή ονομάζεται η νοσταλγία αυτή χλωμή σελήνη (απροσδιόριστη νοσταλγία), η οποία σαν κρίνο (αγνότητα του ιδανικού) θρονιάζεται στο εσωτερικό κόσμο του γράφοντα. Ο εσωτερικός όμως αυτός κόσμος μοιάζει σαν εξόριστος μέσα σε μια πεζή κοινωνία, στην οποία ζει, αλλά δεν μπορεί να προσαρμοσθεί, λόγω της διαφορετικότητας μεταξύ ιδανικού και υλικού. Επίσης o εσωτερικός κόσμος είναι σαν άδειο καμίνι λόγω της θέρμης της νοσταλγίας και της κενότητας της εκπληρώσεως του ιδανικού της.  Σκοπός της εκπληρώσεως αυτής είναι να έλθει  δροσιά και γαλήνη.

Στη δεύτερη στροφή ο γράφων δέχθηκε το πιο πάνω θρόνιασμα της νοσταλγίας με ευλάβεια, αλλά αυτό ήταν πρόσκαιρο και τώρα πάλι νιώθει

παντέρημος πάλι ο πλάνος στο κύμα

βαρύς από τον πόθο.

Στην τρίτη στροφή γίνεται αποδεκτή η νέα πραγματικότητα χωρίς ευχές και κατάρες. Τελικά ο ιδανικός κόσμος δεν μπορεί να συνυπάρξει σε μια πεζή κοινωνική πραγματικότητα και :

στο θρόνο ο πόνος

σαν ταίρι με θλίψη απλώνει το χέρι

που απόμεινε μόνος.

Ως προς την μορφή η ομοιοκαταληξία υπάρχει μόνο στον δεύτερο και τέταρτο στίχο κάθε στροφής. Οι στίχοι αυτοί που έχουν ομοιοκαταληξίες αποτελούνται και από μικρότερες φράσει

 

ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ ΘΛΙΨΗ

(στη ΜΑDONA)

 

Φλογάτη, ανάλαφρη θρονιάστης σαν κρίνο,

χλωμή σελήνη,

σε εξόριστο άδειο καμίνι να φέρεις

δροσιά και γαλήνη.

 

Της νόστου σε εδέχθη με ευλάβεια ο θρόνος.

Μα τώρα,  ωχ,  νιώθω

παντέρημος πάλι, ο πλάνος στο κύμα

βαρύς από τον πόθο.

 

Ευχές και κατάρες τα χείλη δεν λένε.

Στο θρόνο ο πόνος

Σαν ταίρι με θλίψη μου απλώνει το χέρι

που απόμεινε μόνος

 

 

 

 

 

ΡΑΝΤΙΣΕΣ ΠΟΝΟ : ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ( 15-3-1958).

Γράφοντας τους στίχους αυτούς το έτος 1958 ήμουν επηρεασμένος από τους έλληνες ρομαντικούς ποιητές, τους οποίους τότε μελετούσα, αλλά κυρίως από τον κορίνθιο νεορομαντικό ποιητή του μεσοπολέμου Ρώμο Φιλύρα (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ιωάννη Οικονομόπουλου, που γεννήθηκε στο Δερβένι Κορινθίας : 1898-1942).

To ποίημα αυτό δεν έχει ως περιεχόμενο κάποιο συγκεκριμένο γεγονός ή συμβάν. Είναι απλώς μία δοκιμή να γραφτεί ένα έμμετρο κείμενο στο στυλ του ελληνικού νεορομαντισμού. Για τον λόγο αυτό δεν θα σχολιαστεί σε περιεχόμενο. Τότε τα διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά ήσαν γεμάτα και από τέτοιες προσπάθειες αναβίωσης της ρομαντικής ποίησης.

Ως προς την μορφή αποτελείται από ένα εξάστιχο και ένα πεντάστιχο. Ομοιοκαταληξία υπάρχει μεταξύ των πρώτου και τρίτου και των δύο τελευταίων στίχων κάθε στροφής.

 

 

 

 

ΡΑΝΤΙΣΕΣ ΠΟΝΟ.

Σου γύρευα λαχταριστά αγάπη μη με αφήσεις

αποσταμένο, έρημο σε τέτοια καταθλίψη.

Γοργόφτερος ανασασμός, ήλθες φωλιά να κτίσεις

αστέγαστη σε μια καρδιά γιομάτη τρυφερότη.

Πιστά σε κρυφολάτρεψα, μα τώρα συμφορά μου.

Ω ! μούφυγες ανέλπιστα, άδειασες την καρδιά μου.

 

Κλαίω, προδότρια του έρωτα, κλαίω την πρώτη αγνότη.

Λατρεία, που θεώρησε καρδιά χωρίς συμπόνια.

Εστέρεψες τα δάκρυα κείνη τη μελιχρότη !..

Ράντισες πόνο κι έφυγες, έφυγες λυπημένη.

Ήσουν στα αλήθεια άτιμη ή φταίει η ειμαρμένη;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ. Ένα ποίημα από τα μαθητικά χρόνια, που αναφέρεται στην λευτεριά της Κύπρου.

Έχει γραφτεί μετά τις 9 Μαρτίου του 1956. Εκείνο το πρωινό έγινε στη Λευκωσία η απαγωγή του εκλεγμένου  πρόεδρου της Κύπρου Εθνάρχη Μακαρίου από τους Άγγλους. Μεταφέρθηκε σε εξορία στις νήσους Σεϋχέλλες, που ήσαν επίσης όπως και η Κύπρος αποικία των Άγγλων. Παραθέτουμε πιο κάτω για καλλίτερη κατανόηση του περιεχομένου του ποιήματος σχετικό για την απαγωγή αυτή απόσπασμα από την Εφημερίδα Καθημερινή[12] της 15-6-2014.

«Το μεσημέρι της Παρασκευής 9 Μαρτίου 1956, πολύς κόσμος ήταν συγκεντρωμένος στο προαύλιο της Αρχιεπισκοπής Κύπρου και του καθεδρικού ναού του Αγίου Ιωάννη Λευκωσίας. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ (1913-1977) επρόκειτο να ταξιδεύσει εκείνη τη μέρα στην Αθήνα, για διαβουλεύσεις με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που είχε εξασφαλίσει στις πρόσφατες εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου τη λαϊκή επιδοκιμασία και ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Λίγες ημέρες πριν, στις 29 Φεβρουαρίου, οι συνομιλίες του Μακαρίου με τον κυβερνήτη, στρατάρχη Τζον Χάρντινγκ (1896-1989) είχαν καταλήξει σε αδιέξοδο. Η παρουσία στο τελευταίο στάδιο των συνομιλιών του υπουργού Αποικιών Aλαν Λένοξ Μπόιντ όχι μόνο δεν βοήθησε, αλλά, αντίθετα, έδωσε θεαματικές διαστάσεις στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Την ίδια ημέρα (29 Φεβρουαρίου) είχε ανακοινωθεί  το μεσημέρι της Παρασκευής 9 Μαρτίου 1956, η θανατική καταδίκη δύο άλλων νεαρών Κυπρίων αγωνιστών, του Ανδρέα Ζάκου και του Χαρίλαου Μιχαήλ: Ο Χάρντινγκ επέμενε να αντιμετωπίζει άτεγκτα τους «τρομοκράτες» της ΕΟΚΑ, της οργάνωσης των Ελλήνων Κυπρίων που είχε ξεκινήσει την 1η Απριλίου 1955 ένοπλο αγώνα για την ένωση του νησιού με την Ελλάδα.

Γύρω στις 2 το μεσημέρι της 9ης Μαρτίου, το αυτοκίνητο του Αρχιεπισκόπου, με οδηγό τον αδελφό του, Γιακουμή, έφτασε στο αεροδρόμιο Λευκωσίας. Εκεί, ένας Βρετανός αξιωματικός οδήγησε τον Μακάριο σε ένα άδειο αεροπλάνο της ΡΑΦ, τύπου Χέιστιγκς, περικυκλωμένο από ένοπλους στρατιώτες. Αφού επιβιβάστηκαν, του διάβασε το διάταγμα απελάσεως, υπογεγραμμένο από τον Χάρντινγκ στις 7 Μαρτίου 1956, με το οποίο διατασσόταν «να εγκαταλείψη την Αποικίαν (…) και να παραμείνη εφ’ εξής εκτός της Αποικίας (…) υπό την φρούρησιν της κυβερνήσεως της Αυτής Μεγαλειότητος»

Η αυτοθυσία πολλών νεαρών ηρώων αγωνιστών της Κύπρου με το βάρβαρο και μεσαιωνικό τρόπο, την αγχόνη και το αυτονόητο δικαίωμα των Κυπρίων για ελευθερία είχαν συγκινήσει τότε την μαθητιώσα ελληνική νεολαία. Εκτός από τα καθημερινά συλλαλητήρια των μαθητών και φοιτητών πολλοί νέοι έγραφαν άρθρα και ποιήματα, θέλοντας να συμπαρασταθούν έστω και από μακριά στον αγωνιζόμενο και δεινά μαστιζόμενο από την κρεμάλα της αγχόνης αδελφό κυπριακό λαό. Μία τέτοια προσπάθεια είναι και η δική μου με αυτό το απλοϊκό έμμετρο κείμενο, που συνέταξα τότε.

Ως προς την προσωποποίηση της Κύπρου με μία κόρη στο ποίημα αυτό είμαι επηρεασμένος από τον Ύμνο στην Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού, τον οποίο μελετούσα πάντα ως μαθητής. Αντί της προσωποποίησης της Ελευθερίας, που έκανε ο Σολωμός στον Εθνικό Ύμνο του εγώ προσωποποιώ την σκλαβωμένη Κύπρο

Η Κύπρος στο ποίημα είναι μία κόρη όμορφη, που διαβαίνει το δρόμο με βήμα υπερήφανο. Περιπατεί με λεβεντιά στο δρόμο της σκλαβιάς και κρατά σταυρό στο ένα χέρι της και στο άλλο ένα ντουφέκι. Κατευθύνεται προς την πύλη της Αγγλίας και την χτυπάει δυνατά  Εκεί ξεστομίζει όλη της την αγανάκτηση με επιχειρήματα, και χαρακτηρισμούς. Ακόμη ξεσπάει λόγω του μεγάλου της πόθου για την λευτεριά και σε βρισιές και κατάρες. Ο μονόλογος της Κόρης Κύπρου μπροστά στην πύλη της Αγγλίας περιέχεται σε οκτώ στροφές του ποιήματος (από την τέταρτη έως την ογδόη).

Επιγραμματικά ο μονόλογος αυτός της Κύπρου εκφράζει τα πιο κάτω:

– Ορκίζεται με αποφασιστικότητα και αγανάκτηση, ότι για την λευτεριά της θα χύσει όλο το αίμα της

-Η διπλωματία της Αγγλίας δεν έχει πλέον πέραση στον εικοστό αιώνα και να μη χρησιμοποιεί την βία (απαγωγή και εξορία) στον Μακάριο.

-Επικαλείται την περήφανη ελληνική καταγωγή της, που αναπόσπαστο τμήμα της τιμής της είναι η λευτεριά.

Και αν ακόμη η Αγγλία ισχυρίζεται, ότι είναι δυνατή σαν το λιοντάρι και η Κύπρος ξεχείλισε από το μίσος και έγινε και αυτή θηρίο χωρίς να λογαριάζει τις βάρβαρες αγχόνες του Χάρντινγκ.

-Ο Ήλιος δεν ανατέλλει μόνο για αυτή και οι λαοί δεν είναι πλέον δούλοι της.

-Η βάρβαρη αγχόνη του Χάρντινγκ, που φόνευσε τον ήρωα Καραολή της άνοιξε και το δικό της το μνήμα αλλά άνοιξε και τον δρόμο για την λευτεριά της Κύπρου.

-Μάζεψε Αγγλία τον στρατό σου από την Κύπρο και περιορίσου στο νησί σου. Ήρθε η ώρα να φύγει η σκλαβιά.

-Την αποκαλεί «άτιμη και πόρνη των θαλασσών», τίτλοι που είχαν  χρησιμοποιηθεί τότε κατά κόρων από σχολιαστές των ελληνικών ΜΜΕ. Ο λόγος είναι, ότι αρνείται συνέχεια την ελευθερία της Κύπρου.

Στην δωδέκατη και τελευταία στροφή του ποιήματος η Κόρη Κύπρος απευθύνεται προς τους Κύπριους και οραματίζεται ότι έφθασε η άγια και ποθητή ημέρα της λευτεριάς, καθώς και η ένωση με την μητέρα Ελλάδα.

Το ποίημα αποτελείται από δώδεκα στροφές, εκ των οποίων οι ένδεκα έχουν από τέσσερις στίχους και η δωδέκατη στροφή έχει εξ στίχους. Ως προς την ομοιοκαταληξία όλες οι στροφές έχουν διπλή ομοιοκαταληξία σε όλους τους δύο γειτονικούς στίχους των.

 

H ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

 

Βλέπω μια κόρη όμορφη στον δρόμο να διαβαίνει

με βήμα υπερήφανο, μα είναι σκλαβωμένη.

Κρατά σταυρό στο χέρι της και στο άλλο ένα ντουφέκι.

Την προσκυνούν οι άνδρες της, που στέκουνε παρέκει.

 

Ποιά είναι αυτή η όμορφη, η κόρη η περίσσια

που τόλμησε να περιπατεί στον δρόμο αυτόν ανδρίσια;

Στο δρόμο τούτο της σκλαβιάς και είναι αρματωμένη;

Ω ! Λευτεριά η άμοιρη νομίζω θα προσμένει.

 

Για δες τι λεβεντιά, τι βάδισμα γενναίο !

Θα την ρωτήσω, δεν μπορώ, θα φέρνει κάποιο νέο.

Μα !.. άλλαξε πορεία. Την πύλη της Αγγλίας

την κρούει δυνατά. Ξεσχίζει της δουλείας τα πέπλα τα στυγνά

 

-«Αγγλία, αποικιοκρατική και δυνατή Αγγλία

ένας λαός περήφανος ζητά ελευθερία.

Κοίταξε εδώ εις τον σταυρό, ορκίζομαι μονάχη

να χύσω όλο το αίμα μου πρώτη σε κάθε μάχη.

 

Εκείνα πάνε που ήξερες με την διπλωματία.

Ο εικοστός για με αιών σημαίνει ελευθερία.

Φύγε από τα χώματα τα άγια του νησιού μου

και μη μολύνεις με την βιά το ράσο του παιδιού μου.

 

Δεν θα σε αφήσω ήσυχη ποτέ εις τους αιώνας

κι ας φέρνεις καθημερινώς χιλιάδες λεγεώνας.

Είμαι κορούλα, μη ξεχνάς, της ένδοξης φυλής μας,

Που έχει πια την λευτεριά για βάση της τιμής  μας.

 

Το μίσος εξεχύλησε και έγινα θηρίο.

Δεν λογαριάζει ο κύπριος αγχόνες, ούτε κρύο.

Για λευτεριά αν πρόκειται δεν σκύβει το κεφάλι

κι ας είσαι λέοντας εσύ κι ακόμη πιο μεγάλη.

 

Μη νόμισες, ότι για σε ο Ήλιος ανατέλλει;

Ή μήπως έγινε για σε ο κόσμος να δουλεύει;

Έχεις το ΝΑΤΟ όργανο, μα έχω την ΕΟΚΑ,

που λάμπουνε του Διγενή τα τιμημένα όπλα.

 

Έλα την ώρα τούτη δω να σκύψεις το κεφάλι.

Μη καμαρώνεις άλλο εσύ, δεν είσαι πια μεγάλη.

Η λευτεριά μου έφθασε, σου κόβω και το νήμα.

Ο ένδοξος Καραολής σου άνοιξε το μνήμα.

 

Αγγλία, η ώρα ήλθε πια και η σκλαβιά θα πέσει,

γιατί «μωραίνει Κύριος, ον βούλεται απωλέσει».

Μάζεψε τα συντρίμμια σου του Χάρντινγκ τα παιδιά σου

και πήγαινε να αναπαυθείς στα μέρη τα δικά σου.

 

Για δες πως με κατάντησες στους δρόμους να γυρίζω.

Στους δρόμους τούτους της σκλαβιάς και λευτεριά να ελπίζω

από εσέ την άτιμη ,των «θαλασσών την πόρνη»

που με αρνείσαι πάντοτε και επιστρέφω μόνη».

 

-Τρέξτε λεβέντες, ήρωες και πέστε στην μητέρα,

πως έφθασε η άγια πια και ποθητή ημέρα.

Το μήνυμα να φέρεται στον Μέγα τον Εθνάρχη,

Σε κείνον τον εξόριστο, τον μέγα ιεράρχη.

Βροντοφωνείτε αδελφοί, το νέο εικοσιένα,

«ΕΛΛΑΣ και ΚΥΠΡΟΣ πάντοτε ήσαν και θάναι ένα»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ.

 

 

 

TΣΤΗ ΣΗΜΑΙΑ

Το ποίημα αυτό το έγραψα ως μαθητής του δημοτικού σχολείου σε κάποια από τις εθνικές γιορτές, τις οποίες τότε το σχολικό πρόγραμμα προέβλεπε να εορτάζονται τακτικά και με μεγαλοπρέπεια. Για τις γιορτές αυτές οι δάσκαλοι μας έκαναν πολλές πρόβες προηγουμένως και μας προετοίμαζαν για την απαγγελία ποιημάτων, διαλόγων, μικρών  θεατρικών παραστάσεων και τραγουδιών. Όλα αυτά ήσαν σύμφωνα μα το νόημα της 25ης Μαρτίου ή της 28ης Οκτωβρίου ή ακόμη και των Χριστουγέννων, όπου και τότε υπήρχε εκδήλωση με αντίστοιχη γιορτή. Πρωτεύοντα ρόλο έπαιζε τότε στην αρχή της εκδήλωσης η έπαρση της σημαίας και στο τέλος η υποστολή της. Και για την σημαία υπήρχε απαγγελία ποιημάτων και τραγούδια.

Επηρεασμένος και εγώ από το επίσημο αυτό πνεύμα που επικρατούσε στο δημοτικό σχολείο της εποχής εκείνης (1947-1953) έκανα την προσπάθεια και έγραψα αυτό το  κείμενο, το οποίο διέπεται από απλές σκέψεις. Εκφράζει τις δυνατότητες ενός μαθητού δημοτικού σχολείου, έτσι όπως είχε τα ακούσματα από τις γιορτές αυτές ή ακόμη και από το περιεχόμενο των αναγνωσμάτων των επίσημων βιβλίων του σχολείου.

Νοηματικά περιγράφονται στις πρώτες στροφές τα συναισθήματα που δημιουργούσε η εμφάνιση της σημαίας ως «εθνικό σύμβολο» σε ένα μαθητή του δημοτικού σχολείου. Τότε η λέξη «έθνος» δεν είχε την σημερινή μεταλλαγμένη σημασία, αλλά αφορούσε την πατρίδα, την ιστορία, τους απελευθερωτικούς αγώνες από την σκλαβιά κλπ. Και αυτά ακριβώς μας καλλιεργούσαν οι δάσκαλοι μας ως πρότυπα και στις γιορτές αλλά και στην ώρα των μαθημάτων. Εκτός αυτού υπήρχε νωπός ακόμη ένας εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε μετά την απελευθέρωση της χώρας μας από τους ναζιστές κατακτητές. Σαν δείγμα της σημασίας της σημαίας ως λάβαρο και σύμβολο της εποχής εκείνης παραθέτουμε την πιο κάτω πέμπτη στροφή:

Στας μάχας πρώτη πάντα

ανδρειωμένη περπατείς

και τον πρώτο τον πεσόντα

πρώτη συ τον εμφιλείς.

Στην τελευταία από τις εξ στροφές εκφράζεται – ακόμη και με υπερβολή για την προϊστορική εποχή -η άποψη, ότι σε όλες τις εποχές η σημαία ήταν λάβαρο για το ελληνικό έθνος. Κάλλιστα μπορούμε να ισχυριστούμε  εδώ, ότι το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους λαούς όλων των εποχών.

 

 

 

 

ΣΤΗ ΣΗΜΑΙΑ.

Είσαι συ για μας σημαία

στολίδι λαμπερό

με την ωραία την θωριά σου

και τον άσπρο σου σταυρό.

 

Ο καθείς που σε αντικρίζει

πλημυρίζει από χαρά

και ο στρατός σε χαιρετίζει

με ολάνοιχτη καρδιά.

 

Κάθε εμφάνιση δική σου

πλημυρίζει την καρδιά μας

και η δόξα όλη μαζί σου

γεναιώνει  τα παιδιά μας.

 

Τι ωραίο το πανί σου

το άσπρο και το γαλανό

έχει χιόνι του Ολύμπου

και λίγο ουρανό.

 

Στας μάχας πρώτη πάντα

ανδρειωμένη περπατείς

και τον πρώτο τον πεσόντα

πρώτη συ τον εμφιλείς.

 

Από  την αρχαία εποχή,

την προϊστορική

προβάλλεις σαν λάβαρο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΤΗ  ΠΑΤΡΙΔΑ : Ποίημα από την εποχή του δημοτικού σχολείου.

Επηρεασμένος και εδώ από τα ακούσματα των εθνικών  εορτών,  που γιορτάζαμε τακτικά στο δημοτικό σχολείο, αλλά και από τις αναλύσεις που μας έκαναν οι δάσκαλοι μας στα κείμενα των αναγνωστικών, συνέθεσα το πιο κάτω έμμετρο κείμενο.

Σήμερα οι συμβολικές έννοιες των λέξεων πατρίδα, Παρθενώνας, Κύπρος, Πόλη, γαλανόλευκη, λεβεντιά, ήρωας κλπ, που υπάρχουν στο ποίημα, θεωρούνται αναχρονιστικές και έχουν μεταλλαγμένες έννοιες. Τότε όμως ήσαν στην ημερησία διάταξη και στην διδασκαλία του δημοτικού σχολείου. Αυτό ακριβώς εκφράζει ένας μαθητής του Δημοτικού: ότι άκουγε από τους δασκάλους του και αφομοίωνε από το πνεύμα της εποχής.

Νοηματικά στο τέλος του κειμένου εκφράζεται η επιθυμία ενός μαθητή: H πατρίδα  να λάμψει όπως πρώτα με ακμή εις τους αιώνας και αυτό το δικαιολογεί με την φράση διότι έδωσες τα φώτα και έκτισες Παρθενώνας. Η λευτεριά της σκλαβωμένης Κύπρου και οι λαϊκές δοξασίες για την Πόλη, που ήσαν τότε λαϊκά μοτίβα ακόμη και στις οικογένειες αλλά και στα δημοτικά σχολεία, επισημαίνονται και στο πόνημα αυτό. Τελικά δεν παραλείπεται να τονισθεί και η έμφυτη αρετή του Έλληνα, δηλαδή η λεβεντιά  την οποία μπορεί να δείξει ανέλπιστα σε κρίσιμες και δύσκολες ιστορικές στιγμές.

 

ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Ω! ..Πατρίδα μας Ελλάδα,

ξακουστή και τιμημένη,

κάθε μια της γης γωνιά

με αγάπη σε προσμένει

 

για να λάμψεις όπως πρώτα

με ακμή εις τους αιώνας,

διότι έδωσες τα φώτα

κι έκτισες Παρθενώνας

 

Στην όμορφη σου κόρη,

στην Κύπρο την ωραία

και στη πανώρια Πόλη

θε να στηθεί σημαία.

 

Τίποτα δεν φοβίζει

των παιδιών σου την ορμή,

όταν τα χαιρετίζει

η γαλανόλευκη με ορμή.

 

Λεβέντες τα παιδιά σου,

ήρωες ξακουστοί,

μάχονται για την λευτεριά σου

και για μια ΚΥΠΡΟ ελληνική.

 

ΑΝΟΙΞΙΣ: Ποίημα από την μαθητική εποχή του δημοτικού Σχολείου.

Σε αυτό το κείμενο με απλό παιδικό νόημα και με απλές παιδικές λέξεις γίνεται μία προσπάθεια να προβληθούν οι καλλονές της ωραίας εποχής της Άνοιξης.

Οι τρεις πρώτες στροφές αναφέρονται στον ερχομό της άνοιξης. Η πρώτη επισήμανση είναι, ότι επί τέλους φεύγει ο γερό-χειμώνας και ξεπροβάλει η άνοιξη. Η φύση ανακουφίζεται που απαλλάγηκε από την βαρυχειμωνιά και ψάλλει χαιρετισμούς στη βασίλισσα άνοιξη, που έρχεται πάνω στο άρμα της. Ο σκοπός του ερχομού της προσωποποιημένης ως βασίλισσας άνοιξης σε αυτό το κείμενο είναι να αγκαλιάσει ολόχαρα την φύση στη δημιουργική αγκαλιά της και να της δώσει και πάλι την κυκλική ετήσια αναζωογόνηση της.

Τα πουλιά -αποδημητικά και μη πετάνε και με τα κελαιδίσματα τους είναι σαν να ψάλλουνε τραγούδια. Η ομορφιά της άνοιξης φέρνει παντού χαρά και παντού τραγούδια.

Ο επόμενες δύο στροφές αναφέρονται σε παρατηρήσεις γεγονότων που συμβαίνουν την εποχή αυτή. Αυτά είναι το δροσερό αεράκι του βουνού που κτυπά τα πρόσωπα μας, η φλογέρα του βοσκού, που γλυκαίνει την καρδιά μας, ο γαλάζιος ουρανός, που δίνει το χρώμα του στη θάλασσα και ο φωτεινός Ήλιος που ξεραίνει το βρεγμένο χώμα του χειμώνα.

Στις δύο τελευταίες στροφές με λυρισμό και θαυμασμό στην ωραία αυτή εποχή γίνεται αναφορά στη φωτεινότητα της άνοιξης και στα εξαίσια ηλιοβασιλέματα της, όπου η φύση προβάλλει χαρούμενη μέσα από το λυκόφως και τα φανταχτερά χρώματα της και αποχαιρετά τον ζωογόνο ήλιο.

Ως προς την μορφή γίνεται προσπάθεια κάθε στίχος να αποτελείται από λίγες λέξεις, οι οποίες να εκφράζουν με πολύ απλό τρόπο και επιγραμματικά το νόημα, χωρίς να το τραυματίζουν με περιττολογίες. Και οι επτά στροφές έχουν ομοιοκαταληξία μεταξύ του δεύτερου και τέταρτου στίχου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΝΟΙΞΙΣ

Φεύγει ο γέρο-χειμώνας πια,

η άνοιξη προβάλλει

και η φύση όλη χαϊδευτά

χαιρετισμούς της ψάλλει

 

Πρόβαλλε η βασίλισσα

στο άρμα της και πάλι,

για να κρατήσει ολόχαρα

την φύση στην αγκάλη.

 

Παντού βλέπεις χαρά,

παντού βλέπεις τραγούδια,

παντού πετούνε τα πουλιά

και ψάλλουνε τραγούδια.

 

Το αεράκι του βουνού

κτυπά τα πρόσωπα μας

και η φλογέρα του βοσκού

γλυκαίνει την καρδιά μας.

 

Ο γαλάζιος ουρανός

δίνει στη θάλασσα το χρώμα

και ο Ήλιος πάντα φωτεινός

ξεραίνει το βρεγμένο χώμα.

 

Ανθοστόλιστη νυφούλα

είσαι πάντα φωτεινή.

Είσαι συ βασιλοπούλα,

Ω ! ωραία εποχή.

 

Τι να πρωτοθαυμάσεις

απ την ολόχαρη τη φύση

την ώρα που γυρνά

ο ήλιος για να δύσει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Ένα ποίημα από την εποχή του δημοτικού Σχολείου

Την περίοδο των Χριστουγέννων στα δημοτικά σχολεία της δεκαετίας του 1950 οι δάσκαλοι μας οργάνωναν εορτές με ποιήματα και διαλόγους για την γέννηση του Χριστού. Εκτός αυτού τόσο στο μάθημα των θρησκευτικών όσο και σε άλλες ώρες οι δάσκαλοι μας μάθαιναν την ιστορία της γέννησης του Θεανθρώπου. Θυμάμαι όταν ήμουν το 1949 στη δεύτερη τάξη του δημοτικού σχολείου ο δάσκαλος μας Μιχάλης Ανδριανέσης μας είχε μάθει εκτός προγράμματος την ιστορία της γέννησης του Χριστού με κάθε λεπτομέρεια. Τότε πηγαίναμε σχολείο και πρωί και απόγευμα. Τις ώρες που έπρεπε να φύγουμε από τα σπίτια μας για το σχολείο τις κανόνιζε το κτύπημα της καμπάνας της Εκκλησίας του χωριού μας. Ένα απόγευμα μάλιστα είδα με έκπληξη ο δάσκαλος μας να φέρνει μέσα στην τάξη απροειδοποίητα τον πατέρα μου μαζί με έναν γείτονά του. Αμέσως με φώναξε και μου είπε να διηγηθώ μπροστά τους την ιστορία της γέννησης του Χριστού. Θυμάμαι ότι την διηγήθηκα με κάθε λεπτομέρεια και μάλιστα βίωνα εσωτερικά κάθε στιγμή της γέννησης του Χριστού λες και την ζούσα εκείνη τη στιγμή πραγματικά. Δεν θυμάμαι αν τότε ή αργότερα έγραψα αυτό το ποίημα.

Και σε αυτό το κείμενο με πολύ απλά λόγια και απλά νοήματα ως μαθητής του δημοτικού σχολείου ένιωσα κάποτε την ανάγκη να εκφράσω στο χαρτί, ότι ήξερα και ότι ένιωθα τότε για την ιστορία της γέννησης του Χριστού.

Στις τρεις πρώτες στροφές στο ποίημα αυτό ο γράφων διηγείται, ότι είδε σε όνειρο τον Χριστό, τον μεγάλο Λυτρωτή μέσα στην ταπεινή φάτνη. Τριγύρω του όμως υπήρχε ένα φως, το οποίο προστάτευε το ιερό βρέφος και είχε απλωθεί και διαχυθεί σε όλη την φάτνη. Το φως αυτό χάιδεψε, μίλησε και αγίασε το θείο βρέφος και το ύψωσε πολύ ψηλά μέχρι εκεί που φθάνει μόνο η θεϊκή ισχύς του.

Ερμηνεύοντας σήμερα θεολογικά, ότι τότε χωρίς πολλές σκέψεις και θεολογικές γνώσεις είχα γράψει εντελώς αυθόρμητα στις τρείς αυτές πρώτες στροφές, μπορώ να πω τα εξής: Το φώς αυτό του θείου βρέφους είναι οι άκτιστες θεϊκές ενέργειες, οι οποίες αποδείκνυαν την θεότητα του ενανθρωπήσαντος Χριστού. Με την θέληση του ενανθρώπησε ταπεινά για χάριν του ανθρωπίνου γένους. Η φράση του ποιήματος, ότι το φως αυτό: …σε ύψωσε πολύ ψηλά, εκεί που η ισχύς σου φθάνει μόνη. .εκφράζει την άπειρη ισχύ της θεότητας του Χριστού, του τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου, ο οποίος ως Θεός και μάλιστα το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος μπορεί να έχει την μοναδική (άπειρη) θεϊκή δύναμη.

Στις επόμενες τρεις στροφές ο γράφων διηγείται τα συμβάντα κατά την γέννηση του Χριστού μέσα στην φάτνη: Την αγνή μορφή της Παναγίας, η οποία σαν μητέρα φιλεί  τρυφερά το νεογέννητο παιδί της, τους μάγους να προσκυνούν με τα δώρα τους και τα πρώτα βλέμματα του ιερού βρέφους να τριγυρνούν μέσα σε ένα κάτασπρο φως, που έκανε όλη την φάτνη να λάμπει από χαρά και συγχρόνως να ξυπνάει τον γράφοντα από το όνειρο του.

Στην τελευταία στροφή όχι «κατ όναρ, αλλά εν εγρηγόρσει» μία βροντερή φωνή με την φράση «..δόξα στη γέννηση σου,.. » που ακούγεται λυτρώνει και το βλέμμα του γράφοντος, αλλά ευφραίνει και την πνευματική του ύπαρξη.

Ως προς την μορφή το ποίημα αποτελείται από επτά στροφές. Κάθε στροφή αποτελείται από τέσσερες στίχους με κατά το δυνατόν μικρές φράσεις ο καθένας. Ως προς την ομοιοκαταληξία γίνεται η δύσκολη προσπάθεια από ένα μαθητή του δημοτικού σχολείου να υπάρχει μεταξύ του δεύτερου και τέταρτου στίχου.

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

Απόψε σε είδα όνειρο

Χριστέ, μεγάλε Λυτρωτά

να στέκεσαι ανάμεσα

στις φάτνης τα φτωχά.

 

Το φως που σε προστάτευε,

ω !..βρέφος ιερό,

απλώθηκε και χύθηκε

τριγύρω σου απαλό.

 

Σε χάιδεψε, σου μίλησε,

σε αγίασε ακόμη.

Σε ύψωσε πολύ ψηλά

εκεί που η ισχύς σου φθάνει μόνη.

 

Της Παναγιάς την πάντοτε

αγνή είδα μορφή της,

να σκύβει πάνω τρυφερά

να δίνει το φιλί της.

Είδα τις πρώτες σου ματιές

στον στάβλο να γυρνούν

και μάγους με τα δώρα τους

γλυκά να προσκυνούν.

 

Είδα να λάμπουν κάτασπρα

τα πάντα «εν χαρά»

Μα ξύπνησα, δεν ένιωσα

τι έγινε μετά.

 

Φωνή ηκούσθη βροντερή

«δόξα στη γέννηση μου»!!..

Λυτρώθηκε το βλέμμα μου.

Ευφράνθη η ψυχή μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΣΧΑ: Eνα ποίημα από την εποχή του δημοτικού σχολείου.

Η Λαμπρή- όπως είναι η ελληνική λέξη για την εορτή της Ανάστασης του Χριστού -ήταν για μένα, στα παιδικά μου χρόνια κάτι το ιδιαίτερο. Πέρα από τις σούβλες, το ενιαύσιο αρνί, τα κόκκινα αυγά, τον νυκτερινό εκκλησιασμό, τα τοπικά έθιμα με τον καλολόγο και το καύσιμο του Ιούδα και πέρα από την οικογενειακή συγκέντρωση, εμένα με ενδιέφερε περισσότερο να εμβαθύνω στο νόημα της Ανάστασης του Θεανθρώπου Ιησού.

Για τον λόγο αυτό έψαχνα να βρω το θεολογικό αυτό νόημα όχι σε θεολογικά κείμενα , τα οποία δεν εύρισκα στο χωριό μου, αλλά σε διάφορα λογοτεχνήματα έμμετρα ή πεζά που κυκλοφορούσαν τότε σε διάφορα περιοδικά, παιδικά και μη. Τα λειτουργικά κείμενα στην εκκλησία, όταν ανέβαινα και εγώ συχνά στο ψαλτήρι, δεν μπορούσα να τα καταλάβω γιατί είχαν αρχαίες και ακαταλαβίστικες για μένα λέξεις. Όσες φορές ρώτησα τους ψάλτες, δεν μου έλυσαν τις απορίες μου. Το μόνο που έκαναν ήταν να μη παραδεχθούν ότι δεν το ήξεραν και οι ίδιοι και μου έλεγαν διάφορες άσχετες με την απορία μου φαντασίες. Κατάλαβα ότι και αυτοί που ψέλνουν δεν καταλαβαίνουν τι ψέλνουν. Τους δικαιολογώ απόλυτα, διότι το πολύ να είχαν τις γραμματικές γνώσεις του δημοτικού της εποχής των. Ο παπάς του χωριού και αυτός το ίδιο. Όπως έλεγαν είχε τελειώσει μόνο την δευτέρα τάξη του δημοτικού σχολείου, ήταν δηλαδή παπάς τετάρτης κατηγορίας στην τότε εκκλησιαστική ιεραρχία .

Στηρίχθηκα λοιπόν στο ότι μάθαινα από τους δασκάλους μου στο σχολείο και κάποτε ένιωσα την ανάγκη να μεταφέρω τις ελλιπείς αυτές γνώσεις μου στο χαρτί και να γράψω αυτό το ποίημα.

Οι τότε γνώσεις μου στο ποίημα αυτό, τις οποίες και κατέγραψα, είναι οι εξής: Ότι η ρωμαϊκή φρουρά (κουστωδία) φύλαγε τον τάφο του Χριστού. Ο Χριστός αναστήθηκε, η κουστωδία θαμπώθηκε από το φως της αναστάσεως και ότι λευκοφορεμένοι άγγελοι είπαν το «γύναι τι κλαίεις» στη Μαρία την Μαγδαληνή. Η λύπη της Μαγδαληνής μεταβλήθηκε σε χαρά. Την ίδια χαρά ένιωσαν και οι μαθητές στο υπερώον μετά το μήνυμα της αναστάσεως και αυτό τους ώθησε να εκπληρώσουν τον σκοπό τους, δηλαδή να γίνουν Απόστολοι ανά την οικουμένη.

Τις γνώσεις μου αυτές τις εξιστορώ στις τέσσερες πρώτες στροφές του ποιήματος. Στην τελευταία και πέμπτη στροφή εκφράζω την ευχή, όπως ο ύψιστος πατέρας μας, δηλαδή ο Χριστός, που είναι συγχρόνως και τέλειος Θεός και κατοικεί στον ουρανό, να δώσει την ειρήνη και στους ανθρώπους στη γη.

Η ομοιοκαταληξία μεταξύ του πρώτου και τρίτου στίχου και μεταξύ του δεύτερου και τετάρτου στίχου κάθε στροφής δεν είναι πάντα πετυχημένη σε όλες τις στροφές.

 

 

 

ΠΑΣΧΑ

Αν και στρατιώτες εφύλασσαν

το άχραντο σου σώμα

ανέστης ω !.. Θεέ μου

Και εσείσθη του ουρανού το δώμα.

 

Φως σαν θεία αστραπή

εκθάμβωσε την κουστωδία

και άγγελοι με λευκή στολή

είπαν «το γύναι τι κλαίεις» στην Μαρία.

 

Της Μαγδαληνής η λύπη

μετεβλήθη σε χαρά,

όταν σε αντίκρισε με φόβο

για πρώτη εκείνη την φορά

 

Η χαρά των μαθητών σου

μετά το μήνυμα αυτό

εκπληρώνει τον σκοπό σου ΄

τον μέγα και υψηλό

 

Χριστέ μας, ύψιστε, Πατέρα

που κατοικείς εκεί ψηλά

κάμε να υπάρχει η ειρήνη

και εδώ στα ανθρωπινά

 

 

ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ: Ένα ποίημα από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου

Στα διαλλείματα της έκτης τάξης του δημοτικού σχολείου είχα δύο βιβλιαράκια στις τσέπες μου.

Το ένα ήταν ένα μικρό ορθογραφικό λεξικό, που μάθαινα τις δασυνόμενες λέξεις (αυτές που άρχιζαν από φωνήεν και έπαιρναν το πνεύμα της δασείας και ήσαν μόνο περίπου 150 λέξεις). Σήμερα τα πνεύματα και οι τόνοι των λέξεων της ελληνικής γλώσσας έχουν καταργηθεί με νόμο του κράτους, που ψηφίσθηκε επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου. Καραμανλή και υπουργού παιδείας Γ. Ράλλη. Τα πνεύματα (δηλαδή οι ψιλές και οι δασείες} όπως και οι τόνοι της ελληνικής γλώσσας (δηλαδή οι οξείες και οι περισπωμένες), είναι σήμερα άγνωστα και παράξενα πράγματα για τα σημερινά ελληνόπουλα. Η εξαίρετη όμως και ευσυνείδητη δασκάλα της τάξης μας, η Αγγελική Κατσίγιαννη, μας είχε επιβάλλει τότε να μάθουμε απέξω τις λέξεις που παίρνουν δασεία. Προσωπικά, με την ευσυνειδησία που είχα για το καθήκον μου ήθελα να μάθω τις λέξεις αυτές. Εκτός αυτού επηρεασμένος και με το επικρατούν πνεύμα της τότε εποχής στον τόπο καταγωγής μου, είχα φθάσει στο σημείο περίπου να θεωρώ αμαρτία ακόμη και το γεγονός της παράβασης μιας δασκαλικής εντολής. Και αυτός ήταν ένας ακόμη επί πλέον λόγος που αποστήθιζα τις δασυνόμενες λέξεις.

Το άλλο βιβλιαράκι ήταν η Καινή Διαθήκη. Τότε ερχότανε μέσα στη τάξη και μας έκανε κατηχητικό ο βοηθός παπάς της ενορίας και υποψήφιος για εφημέριος, ο οποίος είχε γραμματικές γνώσεις δευτέρας δημοτικού Αυτό το έκανε χωρίς να ενημερώνει και παρά την θέληση της δασκάλας μας, η οποία αντέδρασε έντονα όταν το έμαθε και τον σταμάτησε. Η δασκάλα μας ήταν κόρη του τότε ηλικιωμένου αλλά εν ενεργεία ακόμη τοπικού εφημερίου, ο οποίος είχε τελειώσει και το σχολαρχείο. Μας μιλούσε ο ιερωμένος αυτός (ο βοηθός παππάς), όσο μπορούσε μέσα από την Κ.Δ. Αυτός ήταν και ένας επί πλέον λόγος που την διάβαζα στα διαλλείματα. Θυμάμαι από τον παππά αυτόν, ότι μια φορά έψαχνε να βρει στο κείμενο της Κ.Δ την φράση έλαιον θέλω και ου θυσίαν και δεν μπορούσε να την βρει. Άνοιξα το δικό μου βιβλιαράκι της Κ.Δ και του την έδειξα. Τότε στους εκκλησιαστικούς και παραεκκλησιαστικούς κύκλους το πνεύμα της εποχής ήταν να προβάλλουν στον πιστό λαό σαν φοβέρα την αμαρτία. Αυτό πιστεύω το έκαναν από θεολογική άγνοια και ημιμάθεια. και όχι για κάποιον άλλον λόγο. Μάλλον δεν γνώριζαν ή δεν ήθελαν να γνωρίζουν το σωτήριο και λυτρωτικό έργο του Θεανθρώπου, δηλαδή την ειλικρινή μετάνοια, την ελπίδα, την επενέργεια της θείας χάρητος και το νήφε εν πάσι του Αποστόλου Παύλου. Το πνεύμα αυτό της εποχής είχε δημιουργήσει και σε μένα- μαθητή τότε του δημοτικού- μια άσχημη απαισιοδοξία και ένα είδος απελπισίας, κάτι σαν συναίσθημα ενοχής και αδιεξόδου και για τα πιο μικρά ακόμη παραπτώματα. Σε μία τέτοια ψυχολογική κατάσταση αστάθειας και αμφιβολίας βρέθηκα τότε, όταν απεφάσισα να εκφράσω στο χαρτί μερικές σκέψεις και ψυχολογικές καταστάσεις, που περιέχονται στο πιο κάτω μαθητικό ποίημα, που έχει σχέση με την λέξη αμαρτία.

Στην πρώτη στροφή μιλάω και εγώ αόριστα για τους πειρασμούς, που άκουγα να υπάρχουν, και με απομάκρυναν από την πίστη και με έριξαν σε κόσμο σκοτεινό χωρίς να μπορέσω να προσδιορίσω τον κόσμο αυτόν. Πρόκειται περισσότερο για έναν νοητό ψυχολογικό επηρεασμό και όχι για μία πραγματικότητα.

Η πνευματική απαισιοδοξία και απελπισία μου εκφράζεται στην δεύτερη και τρίτη στροφή Εκεί με μεγάλη μαθητική λογοτεχνική υπερβολή εκφράζω μια απελπιστική κατάσταση. Στη κατάσταση αυτή δεν βρέθηκα ποτέ, αλλά νόμιζα ότι την βίωνα και είχα τον φόβο ότι μπορεί να βρεθώ, ύστερα από όλα που καλοπροαίρετα άκουγα για αμαρτία και πειρασμούς. Οι φράσεις του κειμένου είναι χαρακτηριστικές: «Το είναι μου το έχασα». «Το πνεύμα μου διαλύθηκε». «Την ύλη την ελάτρευσα» κλπ.

Τελικά στην πιο πάνω άσχημη ψυχολογική κατάσταση από τον φόβου της αμαρτίας και των πειρασμών ελθών εις εαυτόν (αφού ήλθα στον εαυτόν μου) βρήκα την διέξοδο: Ήταν κάτι όπως συνέβαινε στις αρχαίες τραγωδίες, όπου «ο από μηχανής Θεός» έδινε την λύση στα αδιέξοδα της πλοκής του αρχαίου μύθου. Και αυτή η διέξοδος για μένα ήταν τρεις λέξεις: αισιοδοξία, ελπίδα και η ειλικρινής μετάνοια.

ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ

Οι πειρασμοί με απέσυραν

από του Χριστού την πίστη.

Με τράβηξαν και με έριξαν

σε τόπο σκοτεινό.

 

Το είναι μου το έχασα.

Έπαψα να είμαι ο ίδιος.

Το πνεύμα μου διαλύθηκε,

επέταξα στα σκότη, έχασα τη νιότη.

 

Την ύλη την ελάτρευσα,

δούλος του δούλου έγινα.

Να φύγω επροσπάθησα,

μα πάντα ο ίδιος έμεινα.

 

Η Ελπίς για μένα χάθηκε ;

Χριστέ μεγάλε λυτρωτά ;

Α! Ναι. Σου έφταιξα πολύ!

Μετανοώ ειλικρινά.

ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ: Ένα ποίημα από την εποχή του δημοτικού σχολείου.

Στο χωριό μου στα παιδικά χρόνια ζούσαμε πολλές βαρυχειμωνιές. Σήμερα με την αλλαγή του κλίματος είναι σπάνιες. Σε μία από αυτές παρακολουθούσα από τα τζάμια του παραθύρου τα φυσικά φαινόμενα. Παράλληλα η ομορφιά της κατάλευκης φύσης με ώθησε να γράψω στο χαρτί κάτι από αυτά που έβλεπα, τα οποία μου δημιουργούσαν και μια καλαισθητική απόλαυση.

Η βαρυχειμωνιά περιγράφεται με τα πιο κάτω γεγονότα:

Το χειμωνιάτικο μούγκρισμα του ανέμου, τα χιόνια, το τσουχτερό κρύο, την δυνατή φωτιά στο τζάκι με τον παππού να ζεσταίνεται δίπλα του. Επίσης το σταμάτημα της κυκλοφορίας από τον πάγο με το πάγωμα της φύσεως και την αμηχανία που φέρνει στον άνθρωπο αυτή η κατάσταση. Αλλά για μένα -που ήμουν τότε μικρό παιδί- μου έχει μείνει στη μνήμη μου ακόμη μια εικόνα που έζησα με ένα σπουργίτι. Zυγώνει τρέμοντας  από το κρύο το σπίτι μας και καταφέρνει να μπει μέσα, πέφτοντας στο πάτωμα. Κάθισε αρκετά εκεί για να ζεσταθεί και να συνέλθει από την παγωνιά. Μετά μας κοιτάει επίμονα, λες και θέλει να μας αποχαιρετίσει,. κάνει μία απότομη στροφή και αμέσως πετάει από την πόρτα που του άνοιξα και χάνεται πάλι στα ύψη

Και στις πέντε στροφές του παιδικού αυτού ποιήματος υπάρχει ομοιοκαταληξία μεταξύ του δεύτερου και του τέταρτου στίχου. Πρόκειται για μια απλοϊκή, παιδική, νατουραλιστική περιγραφή των γεγονότων χωρίς συναισθηματισμούς ή καλλιτεχνικά σχήματα λόγου.

 

ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ

Έξω μουγκρίζει ο άνεμος,

ο ουρανός χιονίζει,

το κρύο το τσουχτερό

τις πόρτες μας σφυρίζει.

 

Το τζάκι με δυνατή φωτιά

τα αφεντικά ζεσταίνει

και ο παππούς σε μια γωνιά

τον πόνο του γλυκαίνει.

 

 

Η φύση όλη πάγωσε,

σταμάτησε η κυκλοφορία

και ο χιονιάς κατάλευκος

μας φέρνει σε αμηχανία.

 

Το σπουργιτάκι τρέμοντας

στο σπίτι μου ζυγώνει

και κουρασμένο από το χιονιά

στο πάτωμα ξαπλώνει.

 

Σε λίγο αφού ζεστάθηκε

γυρνά και χαιρετάει

και με στροφή απότομη

πέταξε και….πάει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ: Ένα ποίημα από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου.

Η πρώτη στροφή ορίζει τοπικά το χωριό σε μία πλαγιά.

Στη δεύτερη στροφή περιγράφονται καταστάσεις που δεν υπάρχουν σήμερα. Την δεκαετία όμως του 1950 που γράφτηκε αυτό το κείμενο υπήρχαν κατά μήκος των ποταμών, που διέσχιζαν τον κάμπο, και γηραιά πλατάνια και μεγάλα πεύκα και ιτιές και κρυστάλλινες βρυσούλες. Όλα αυτά εξαφανίσθηκαν μέσα σε πενήντα χρόνια. Αυτό οφείλεται στην αλόγιστη εκμετάλλευση των υπογείων υδάτων για άρδευση των αγροτικών καλλιεργειών. Οι γεωτρήσεις εκατοντάδων μέτρων βάθους κατέβασαν την στάθμη των υπογείων υδάτων και εξαφανίστηκαν οι επιφανειακές πηγές. Μαζί τους χάθηκε και η όμορφη και επιβλητική βλάστηση των υδροχαρών δένδρων μέσα στα ρέματα του κάμπου.

Στην τρίτη και τέταρτη στροφή η αγάπη ενός μαθητή για τον τόπο καταγωγής του επιτρέπει και μερικές υπερβολές του κειμένου, όπως τις φράσεις, ότι δεν υπάρχει πιο όμορφο χωριό και ότι «..Η άρρητη καλλονή του, η ασύγκριτη και γραφική, δίδει μια χάρη στην μορφή του την τόσο γοητευτική»

Στη πέμπτη στροφή υπάρχει μία νατουραλιστική και μία βουκολική απεικόνιση με λέξεις για τον φωτεινό ήλιο και για τον βοσκό με την φλογέρα του, που ακούγεται φθάνοντας μέχρι τα ενδότερα του χωριού και ευφραίνει με τον ήχο τους κατοίκους του χωριού. (γυρνά στα σωθικά του).

Τέλος στην έκτη στροφή προσωποποιείται η νύχτα να αγκαλιάζει σιγά-σιγά (αγάλια) με τα πέπλα της το χωριό για να αναπαυθεί στην αγκαλιά της και στον νυκτερινό ύπνο του μέχρις ότου ξημερώσει η αυγή. Επίσης προσωποποιείται και το βουνό που βρίσκεται πάνω από το χωριό σαν ένας άγρυπνος γίγαντας φρουρός του.

Ως προς την μορφή κάθε στίχος αποτελείται από λίγες απλές λέξεις. Ομοιοκαταληξία υπάρχει σε κάθε στροφή μεταξύ του δεύτερου και τέταρτου στίχου και μερικές φορές και μεταξύ του πρώτου και τρίτου.

 

 

 

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ

Σε μια πλαγιά κρυμμένο

έρημο και μοναχό

ευρίσκεται απλωμένο

το δικό μου το χωριό

Έχει πλατάνια γηραιά,

πεύκους μεγάλους και ιτιές,

κρυστάλλινες βρυσούλες

και όμορφες μηλιές.

 

Νομίζω πως στην πλάση

τόσο όμορφο και ταπεινό

δεν θάχει ο πλάστης πλάσει

σαν το δικό μου το χωριό.

 

Η άρρητη καλλονή του,

η ασύγκριτη και γραφική

δίνει μια χάρη στη μορφή του

την τόσο γοητευτική

 

Ο Ήλιος πάντα φωτεινός

λαμποκοπά σιμά του

και η φλογέρα του βοσκού

γυρνά στα σωθικά του.

 

Η νύχτα με τα πέπλα της

αγάλια το φιλεί

και το βουνό σαν γίγαντας

άγρυπνα το φρουρεί.

 

 

H ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ: Ένα ποίημα από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου.

Για την αμυγδαλιά ακούγαμε από τους δασκάλους μας στο δημοτικό σχολείο πολλά. Ο σκοπός ήταν να μάθουμε φράσεις και να τις γράφουμε στις μικρές και απλοϊκές εκθέσεις μας. Μερικά από αυτά τα αναφέρω πιο κάτω: Eίναι η νυφούλα του χειμώνα, η οποία μας φέρνει την άνοιξη. Έχει ένα μεγαλείο ομορφιάς μέσα στο καταχείμωνο . Η ολόλευκη στολή της είναι ένα αισιόδοξο μήνυμα για την αλλαγή της εποχής. Έχει δοξασμένη εμφάνιση, όταν πέφτει ο Ήλιος επάνω της και την χαϊδεύει το απαλό κρύο αεράκι .Είναι η βασίλισσα που με το λευκό πέπλο της δίνει χάρη στον πολύχρωμο κάμπο, που και αυτός ξεπροβάλλει με την δική του πολύχρωμη στολή. Όλα αυτά και άλλα πολλά προσπαθώ να εκφράσω στο ποίημα αυτό ως μαθητής του δημοτικού σχολείου με δυο στιχάκια άσημα. Νιώθω όμως ότι αδυνατώ να υμνήσω την ομορφιά της λόγω της φτωχής μούσας μου και καταλήγω:

 

Μα είναι φτωχή η μούσα μου, να ψάλλει όσο πρέπει.

Είναι τυφλός ο ποιητής, τυφλός -τυφλός δεν βλέπει.

 

 

Η ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Ξέρεις πιο δένδρο κάτασπρο τώρα κοντά προβάλλει

και πιο με τα λουλούδια του την άνοιξη μας φέρνει;

H μυγδαλιά η όμορφη κορούλα του χειμώνα,

που βιάζεται και φαίνεται σαν άλλη λεγεώνα.

 

Αμυγδαλιά πεντάμορφη, κόρη της ευφροσύνης

χαρά παντού σκορπάς, παντού χαρά αφήνεις.

Λάμπει ο Ήλιος πάνω σου, πέφτει σε νανουρίζει

και το αγεράκι το απαλό γλυκά σε χαιρετίζει.

 

Τα άνθη σου τα ολόασπρα, τα τόσο μαγεμένα

διπλούς σκοπούς φτερώνουνε στο χέρι μας ριγμένα.

Την άνοιξη μας φέρνουνε σε ολόκληρη την φύση.

Πετούν τον νου στην ομορφιά πριν ο χειμώνας δύσει.

 

Σε βλέπω σαν βασίλισσα μεγάλη δοξασμένη,

να στέκεις με το πέπλο σου εκεί που σε προσμένει

ο κάμπος ο πολύχρωμος μια χάρη να του δώσεις

και από τυχόν χιονοσκεπιά εσύ να τον γλυτώσεις.

 

Γλυκιά κορούλα, όμορφη,  ποθώ να σε υμνήσω

με δυο στιχάκια άσημα πολύ να σε τιμήσω.

Μα είναι φτωχή η μούσα μου, να ψάλλει όσο πρέπει.

Είναι τυφλός ο ποιητής, τυφλός -τυφλός δεν βλέπει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΕΛΛΑΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ: Ένα πρωτόλειο κείμενο που αναφέρεται στον εμφύλιο πόλεμο, στην Ελλάδα μετά την κατοχή.

Αν θυμάμαι καλά ήμουν στη δευτέρα τάξη του δημοτικού σχολείου. Τότε ο πατέρας μου[1] ήλθε και μου διάβασε από ένα δικό του χειρόγραφο τις τέσσερες πρώτες στροφές του πιο κάτω απλοϊκού ποιήματος. Δεν γνωρίζω αν τις είχε γράψει ο ίδιος ή τις είχε πάρει από κάπου αλλού. Μου εξήγησε την καταστροφή που είχε φέρει στην Ελλάδα ο πρόσφατος εμφύλιος και μου συνέστησε να προσπαθήσω να γράφω και εγώ ποιήματα και πεζογραφήματα τον ελεύθερο χρόνο μου. Αφού διάβασα το ποίημα αυτό συμπλήρωσα μόνος μου και τις δύο τελευταίες στροφές και τις ενσωμάτωσα στο δικό του κείμενο.

Το πολύ απλοϊκό νόημα των τεσσάρων πρώτων στοφών του ποιήματος είναι το εξής: Η Ελλάδα προσωποποιείται και λέει στα παιδιά της: Το γεγονός ότι αλληλοσφάζονται χωρίς σοβαρό λόγο μπορεί να οδηγήσει την ίδια σε αφανισμό. Το αποτέλεσμα του εμφυλίου είναι ότι από το ακρωτήριο Ταίναρο μέχρι την Μακεδονία έχουν γεμίσει τα ρέματα από σφαγμένους Έλληνες και έχουν γίνει νεκροταφεία. Αυτά τα πράγματα είναι ντροπή για όλους και με αυτά ντροπιάζονται και οι ηρωασπρόγονοι, δηλαδή οι ηλικιωμένοι ήρωες που πολέμησαν για την ανεξαρτησία της Μακεδονίας. Και καταλήγει το κείμενο:

και εσείς τώρα φροντίζεται

                                       να έλθει Βουλγαρία.

 

Τελικά στις δύο τελευταίες στροφές, που συμπλήρωσα εγώ τότε -και χωρίς να έχω ιστορικές γνώσεις για τον εμφύλιο- θέλησα να κάνω εντελώς αυθόρμητα ένα λογοτεχνικό και νοηματικό συμβιβασμό και να δώσω μία διέξοδο σε αυτή την νεώτερη ελληνική τραγωδία. Με άλλα λόγια θα λέγαμε σήμερα να βρω τον από μηχανής Θεό για την άρση του αδιεξόδου. Και αυτός ήταν η αναγνώριση του σφάλματος και η συγγνώμη από τα παιδιά προς την μητέρα Ελλάδα, που βέβαια στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ. Οι δύο αυτές τελευταίες στροφές αποτελούν και το πρώτο κείμενο, (το πρωτόλειο) που έγραψα για πρώτη φορά στην ζωή μου.

 

 

Η ΕΛΛΑΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ

-«Παιδιά μου, τι επάθατε

και αλληλοσφαζώστε

και μένα σε αφάνεια

πάτε για να με χώστε;

 

Πιάσατε από το Ταίναρο

ως την Μακεδονία

και κάνατε τα ρέματα

όλα νεκροταφεία.

 

Αυτά παιδιά που κάνετε

είναι ντροπή για όλους.

Με αυτά παιδιά ντροπιάζετε

τους ηρωασπρογόνους.

 

Αυτούς που πολεμήσανε

για την Μακεδονία

και σεις τώρα φροντίζετε

να έλθει Βουλγαρία.»

 

Τα παιδιά έσκυψαν ταπεινά

στη Μάννα το κεφάλι

και αποκρίθηκαν ξανά

στη Μάννα την μεγάλη.

 

-« Μάννα γλυκιά μας συγχωρείς.

Φταίξαμε και πάλι.

Μετανοούμε όλοι μαζί

και θα σε κάνουμε μεγάλη.»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ KEIMENOY: Από τη μάχη στα Δερβενάκια και Αγιο Σώστη. .

Το πιο κάτω κείμενο σώζεται ως απόσπασμα. Αφορά την ελληνική επανάσταση του1821. Είναι γραμμένο σε στυλ δημοτικού τραγουδιού. Βασικά είναι μια άλλη αποσπασματική παραλλαγή του ποιήματος μου για τα Δερβενάκια. Βασικά εκφράζει τον χαλασμό και την αντάρα της μάχης στα Δερβενάκια και στον Άγιο-Σώστη στις 26 Ιουλίου του 1822. Ο Φωτάκος, ο πρώτος υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη περιγράφει στα απομνημονεύματα του με τα πιο μελανά χρώματα τις δύο αυτές μάχες. που έγιναν την ίδια ημέρα.

Στο κείμενο αυτό με υπερβάλλοντα ζήλο μέσα στην σφαίρα της φαντασίας και με εκστατική ενατένιση των γεγονότων της σπουδαίας αυτής μάχης περιγράφονται με αλληγορία και μεταφορικά τα εξής: To σκοτείνιασμα της πλάσης και το σβήσιμο του ουρανού για αυτούς που άφησαν την τελευταία τους πνοή εκεί. Οι θρήνοι και το σπάραγμα της καρδιάς για αυτούς που ξεψυχούν ή είναι βαριά τραυματισμένοι από τα βόλια και τα σπαθιά του αντιπάλου. Μέσα στην παραζάλη αυτή και την δίψα των γενναίων Ελλήνων πολεμιστών για δικαιοσύνη και ελευθερία μερικοί Έλληνες φθάνουν σε παραλήρημα, όπως ο Νικηταράς[2]  και η καρδιά τους φλογίζεται και γίνονται σαν τα λιοντάρια. Η είδηση της μάχης τραντάζει από ενθουσιασμό όλον τον Μοριά. Η ανθρώπινη πλευρά ενός τέτοιου χαλασμού είναι τα κλάματα των μανάδων για τα παιδιά τους. Όλα αυτά όμως συγκλίνουν σε μια ελευθερία των σκλαβωμένων ραγιάδων και αυτή δεν είναι άσχετη με αυτό που έλεγε ο Κολοκοτρώνης: Για του Χριστού την πίστη την αγία και για της Ελλάδας την ελευθερία Ακριβώς αυτό εκφράζουν οι δύο πιο κάτω τελευταίοι στίχοι του αποσπάσματος αυτού.

                        Μάχονται οι Έλληνες τρανά για μια ελευθερία.

Φιλιούνται στα μεσούρανα Έλληνες και τα θεία.

 

Ως προς την μορφή το απόσπασμα αυτό αποτελείται από οκτώ συνεχόμενους στίχους σε μία ενιαία στροφή. Ομοιοκαταληξία υπάρχει μόνο στους δύο πρώτους και στους δύο τελευταίους στίχους. Το χαρακτηριστικό είναι, ότι κάθε στίχος από τους συνολικά οκτώ της ενιαίας στροφής αποτελεί μία ανεξάρτητη πρόταση και νοηματικά αλλά και συντακτικά .Η συνεχής αυτή εναλλαγή και αλληλουχία των ανεξάρτητων γεγονότων και νοημάτων σε κάθε νέο στίχο δίνει μία έμφαση για τον χαλασμό και την αντάρα αυτής της μάχης. Η μορφή αυτή παρατηρείται και σε αρκετά δημοτικά τραγούδια της εποχής της επανάστασης του182

 

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟ ΣΩΣΤΗ.

 

Σβήνει με μιας ο ουρανός, η πλάση σκοτεινιάζει.

Θρήνοι ακούγονται πολλοί και η καρδιά σπαράζει.

Μέσα σε αυτό τον χαλασμό φλογίζει τα λιοντάρια.

Τραντάζεται όλος ο Μοριάς οι Έλληνες κτυπούνε.

Κλαιν οι μανάδες τα παιδιά, μοιρολογούν τα αηδόνια.

Σβήνουν με μιας τα σύννεφα, υψώνονται οι βράχοι.

Φιλιούνται στα μεσούρανα Έλληνες και τα θεία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ: Προσωποποιείται η εγκράτεια ενάντια σε έναν αχαλίνωτο υπερκαταναλωτισμό.

Όταν ως μαθητής του γυμνασίου έγραψα τους πιο κάτω στίχους για την εγκράτεια, η γενιά μας είχε βγει μέσα από τα δύσκολα και πέτρινα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Όλα αυτά σήμαιναν φτώχεια, ταλαιπωρίες και κακουχίες. Κατά συνέπεια οι στερήσεις λόγω ανάγκης ήσαν τότε για μας μία «υποχρεωτική εγκράτεια».

Όσο προχωρούσε όμως ο χρόνος είχε αρχίσει παράλληλα και μία τάση του υπερκαταναλωτισμού. Στην αρχή εμφανίσθηκε ως μόδα και επίδειξη και μετά ως έξη και μόνιμη απόλαυση. Η κατανάλωση αυτή σε υλικά αγαθά και απολαύσεις πέρα και από τις οικονομικές δυνατότητες μας με καταναλωτικά δάνεια κ.λπ. κυριάρχησε και τις επόμενες δεκαετίες. Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι γνωστές ως μία από τις συνιστώσες της οικονομικής κρίσης που μας μαστίζει ακόμη σήμερα.

Με την λέξη εγκράτεια δεν αναφέρομαι μόνο στο σώμα αλλά γενικότερα στο «Παν μέτρον άριστον » που έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες. Με άλλα λόγια να ενεργείς με την σεβαστή από όλους θέληση σου, αλλά να κάνεις καλή χρήση του αυτεξούσιου της θελήσεως σου.

Στο παιδικό αυτό κείμενο ο γράφων απευθύνεται με πολύ απλοϊκό τρόπο στην προσωποποιημένη εγκράτεια και την αποκαλεί χρυσή (χρυσή τομή) και μεγάλη αγιότητα (αρετή).

Διαπιστώνει ότι η εγκράτεια έχει απομείνει σε λίγους και την προσκαλεί να μην περιμένει άλλο. Να ξυπνήσει και να σηκωθεί να δει τους νέους, τα όμορφα παιδιά της, τα οποία ξέχασαν τα υψηλά διδάγματα και τις διδασκαλίες της.

                        Ήλθε η ώρα ξύπνησε, ακόμη μη περιμένεις.

                       Σήκω να δεις τους νέους σου, τα όμορφα παιδιά σου…..

Η συνέπεια αυτής της κατάστασης «χωρίς μέτρο» είναι οι σημερινές δυσκολίες που προέκυψαν στις γενιές αυτές. Δυστυχώς με την σημερινή οικονομική κρίση και την κατάπτωση των αρχών και αξιών (ηθική κρίση) υποφέρουν υποχρεωτικά και οι λίγοι. Με την λέξη λίγοι εννοώ αυτούς, στους οποίους είχε απομείνει η εγκράτεια και την εποχή που γράφθηκαν αυτές οι γραμμές, αλλά και αργότερα (εννοώ το μέτρο και όχι την υπερβολή).

Ως προς την μορφή το όλο κείμενο αποτελείται από μία επτάστιχο ενιαία στροφή. Ομοιοκαταληξία υπάρχει μεταξύ των πιο κάτω στίχων: Tου δεύτερου με τον τρίτο, του τέταρτου με τον πέμπτο και του έκτου με τον έβδομο. εβδόμου.

 

 

 

 

ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ

Που είσαι χρυσή εγκράτεια, μεγάλη αγιότης;

Χάθηκες, δεν βρίσκεσαι, σε λίγους απομένεις.

Ήλθε η ώρα, ξύπνησε. Ακόμη μη προσμένεις.

Σήκω να δεις τους νέους σου, τα όμορφα παιδιά σου,

που ξέχασαν τα άδολα, εκείνα τα δικά σου,

τα υψηλά διδάγματα και τις διδασκαλίες..

Και σήμερα κατάντησαν να έχουν δυσκολίες.

[1] Ο πατέρας μου είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο. Δεν μπόρεσε να σπουδάξει, επειδή είχε μείνει σε ηλικία οκτώ ετών ορφανός από πατέρα. Έπρεπε να συντηρήσει τον μικρότερο αδελφό του και την μάννα του. Είχε όμως μεγάλη φιλομάθεια και πνευματική ευστροφία. Διάβαζε πολύ και είχε γραφτεί και συνδρομητής σε δύο κορινθιακές εφημερίδες την Νέα Κόρινθο του Νίκου Σκουτέρη και την Σημαία του Βασίλη Πανούση. Τις εφημερίδες αυτές διάβαζα και εγώ από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου και στις μία από αυτές, την Νέα Κόρινθο άρχισα αργότερα να δημοσιεύω τα πρώτα γραπτά μου.

[2] Ο Φωτάκος αναφέρει στα απομνημονεύματα του, ότι ερχόμενος καθυστερημένα ο Νικηταράς από την Ευαγγελίστρια του Στεφανίου στον Άγιο Σώστη, έπεσε με τόση λύσσα στην μάχη, που σκοτώνοντας πολλούς τούρκους με το σπαθί του βρέθηκε σε παραλήρημα και άρχισε να παραμιλάει και έλεγε εκστατικά στο εαυτόν του. Κουράγιο Νικήτα , τούρκους σφάζεις.

 

 

 

 

[1] Ο στίχος αυτός βρέθηκε στα χειρόγραφα μου. Είναι και αυτός γραμμένος την δεκαετία του 1950 . Δεν σώζονται άλλοι στίχοι στο χειρόγραφο. Πιθανώς να μην γράφτηκαν ή ίσως και να χάθηκαν.

[2] Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και το γνωστό του ποίημα : Καθαρώτατον Ήλιον επρομηνούσε….(Ημέρα της Λαμπρής)

[3] Με το όνομα Αυγούλα έχω ονομάσει και  στην δική μου έμμετρη σύνθεση την κόρη της Μαρίας και του Λάμπρου.

[4] Παραθέτουμε εδώ απόσπασμα από το σχετικό πεζό του Δ. Σολωμού: Πού είναι η Μαρία, η δύστυχη Μαρία; Αυτή λείπει από τα χαράματα. Επεριπλανάτο εις τον κάμπο μονάχη χαμογελώντας, και οι αχτίνες του ηλίου, οπού ανατέλλοντας εκαλούσε τους θνητούς να χαρούν τη ζωή, αναγάλλιαζαν μέσα εις όλα τα ησυχότατα νερά της ερημίας· ολόστρωτη ακίνητη ήταν η μέση της λίμνης ωσάν γαλάζια κόρη οφθαλμού που μένει ατάραχη όταν του μελλοντος μέριμνα δεν έρχεται να την πειράξει. Αλλά εις την άκρη της λίμνης εδώ και εκεί σκόρπια τα δέντρα που την ετριγύριζαν εξαναφαίνονταν εις το μάτι απαράλλαχτα όπως είναι. Η μαύρη Μαρία επλησίασε αυτού, αφού εγύρισε όλα εκείνα τα μέρη, και βλέποντας τα αντικείμενα εκεί μέσα να αντανακλώνται, εις το τυφλωμένο λογικό της εφαντάσθηκε ότι εκείνος ήταν άλλος κόσμος· εκοντοστάθηκε, και υψώνοντας τα μακρία της χέρια και δείχνοντας εις την όψη της το χαμόγελο της τρέλας, εμουρμούρισε εις τα χείλη της: «Εκείνος βέβαια θε να είναι κόσμος καλύτερος από τούτον, κι εγώ θα ετοιμασθώ να πάω εκεί. Θα ιδώ, τάχα, θα ιδώ αν κι εκεί πέρα δεν θα ευρεθεί ούτ’ ένα χέρι ελεημονητικό να απλωθεί προς εμένα. Γιατί εις τη γη τούτη έχω τόσους καιρούς οπού διαβαίνω ξιπασμένη ανάμεσα εις τόσα προσώπατα ξένα, ως να είχα πρωτοφανεί τώρα ομπροστά τους. Θα πάω εκεί πέρα· ας στολισθώ λοιπόν όσο μπορέσω καλύτερα, μη με καταφρονέσουν οι νέοι ξένοι εκεί κάτω.»
Έτσι λέγοντας άπλωσε τα λιγνά της δάχτυλα εις κάτι αγριόχορτα οπού εφύτρωναν εις την ερημία, έπλεξε με αυτά ένα στεφάνι εις την τρισάθλια κεφαλή της, έβαλε εις το λαιμό της την πολυστέναχτη πλεξίδα και εις το κύμα, που βλέπει ως τον καθρέφτη, ξανακοιτάει, χαμογελάει, και πέφτει.

 

 

 

 

 

[5] Η ποιητική σύνθεση είναι του Γιάννη Κουτσούκου από τα μαθητικά του χρόνια, την  δεκαετία του 1950. Η κεντρική ιδέα του ποιήματος αυτού   είναι από τις σημειώσεις σε πεζή μορφή, που άφησε ο Δ. Σολωμός, γράφοντας  τον Λάμπρο,  τις οποίες όμως πεζές σημειώσεις δεν πρόφθασε ο ίδιος να τις  μετατρέψει σε έμμετρη μορφή –ποίημα.

 

[6] Tο ποίημα αυτό του Δ. Σολωμού η ημέρα της Λαμπρής περιέχεται στην γενικότερη σύνθεση του ο Λάμπρος.

[7] Στα θεία.

[8] Το πολύ μέγάλο χρονικό διάστημα μέσα στο άπειρο του Θεού.

[9] Πνευματικό φως

[10] Εδώ μεταφορικά η διέξοδος είναι μία πνευματική δροσιά ,δηλαδή ένα μυρωμένο ολόδροσο αεράκι, το οποίο στερούνται αιώνες τώρα

[11]  Χαμαίζηλη σημαινει την προσκόληση στα κάτω, στα γήινα, στα χωματένια και όχι στα πνευματικά

[12] Πέτρος Παπαπολυβίου αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου Εφημερίδα Καθημερινή 15-6-2014.

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΥΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ: ΜΙΑ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΥ.

Filed under: Θεολογία,Υμνογραφία — Γιάννης Κουτσούκος @ 8:37 μμ

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΥΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ

Α) Η Μεταμόρφωση είναι προοίμιο της δευτέρας και ενδόξου παρουσίας του Χριστού[1].

Κατά την Μεταμόρφωση στο Θαβώρ ο Χριστός έλαμψε κατά τρόπο υπερφυσικό για τους παρισταμένους, τον Μωυσή και τον Ηλία, εκπροσώπους  της Παλαιάς Διαθήκης (του μωσαϊκού νόμου) και για τους προκρίτους αποστόλους Πέτρο Ιάκωβο και Ιωάννη, εκπροσώπους της Καινής Διαθήκης (της Χάρητος).  Αυτό το έκανε ο Χριστός με την άκτιστη θεϊκή ενέργεια του [2] και με τον σκοπό να δείξει εμφανώς  πως θα είναι το  μυστήριο της μελλοντικής δευτέρας και ενδόξου παρουσίας Του.  Κατά την Δευτέρα  παρουσία ο ίδιος ο Χριστός  (ύψιστος Θεός) θα παρουσιασθεί ως φύση Θεός[3]  (Θεός εκ φύσεως και όχι εκ θέσεως) μέσα στους κατά χάριν Θεούς[4].(θεωμένους  εκ θέσεως πιστούς ανθρώπους).

Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ονομάζει το μετά την Δευτέρα παρουσία χρονικό διάστημα όγδοο αιώνα.[5]: και λέει, ότι ….ο Χριστός  θα εμφανισθεί στους θεωμένους  πιστούς, κατά τον ίδιο τρόπο που εμφανίσθηκε στο Θαβώρ στους Αποστόλους[6]  Επίσης ο Γρηγόριος ο Παλαμάς μιλάει για το φως της Μεταμορφώσεως της ογδόης[7] ότι είναι μυστήριο και συμπληρώνει, ότι κατά τον όγδοο αιώνα (δηλαδή το μετά την δευτέρα παρουσία ατελεύτητο χρονικό διάστημα) θα εμφανισθεί η βασιλεία του Θεού σύμφωνα με την θεϊκή επενέργεια..

Β) Στο Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωση έχουμε τη συνάντηση του κτιστού και του ακτίστου.[8]

Το άκτιστο στο Θαβώρ ήταν η παρουσία της Αγίας Τριάδας:  Ο Πατήρ με την φωνή που ακούστηκε αυτός είναι ο υιός μου ο αγαπητός…  Ο Υιός ήταν η παρουσία του Χριστού ως τελείου Θεού (δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος) και συγχρόνως και τελείου ανθρώπου. Το Άγιο Πνεύμα παρίστατο ως φωτεινή νεφέλη.

Ο Χριστός παρίστατο ως κυβερνήτης του Ουρανού, ως βασιλεύων της γης και κύριος των καταχθονίων (του Άδου). Ακριβώς για τον λόγο αυτόν παρευρέθησαν κοντά του

οι απόστολοι από την γη (Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης), ο προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης[9] ως εξ ουρανού (σαν από τον ουρανό)[10] και ο Μωσής από τους νεκρούς .Όλοι αυτοί αντιπροσώπευαν το κτιστό.

Γ) Κατά την Μεταμόρφωση στο Θαβώρ έχουμε την κατά χάριν θεότητα των πιστών και την κατά φύσιν θεότητα του Χριστού[11].

Ο υμνογράφος Ιωάννης Δαμασκηνός λέει, ότι ο Χριστός δεν είναι κατά χάριν αλλά κατ ουσίαν  Υιός αγαπημένος και υπάρχει προαιώνια. Όταν έγινε άνθρωπος συναναστράφηκε  με μας τους ανθρώπους χωρίς να υποστεί μεταβολή η θεότητα του (ατρέπτως). Οι Απόστολοι και προφήτες που παρευρέθησαν στο Θαβώρ δεν είναι εκ φύσεως θεοί, αλλά κατά χάριν θεωμένοι  (μέσα από την προαίρεση τους, τον αγώνα τους και κυρίως την επενέργεια της θείας χάρητος

Δ) Το Θαβώρειο φως ήταν άκτιστο και όχι κτιστό[12].

Στον ειρμό της εβδόμης ωδής του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού αναφέρεται ότι  «…νυν καθωράθη Αποστόλοις τα αθέατα, Θεότης εν σαρκίω..», που μεταφραζόμενο σημαίνει ότι «..τώρα στο Θαβώρ οι Απόστολοι είδαν καθαρά αυτά που δεν μπορεί να δει ανθρώπινο μάτι, δηλαδή είδαν την θεότητα να αστράφτει μπροστά τους σε ανθρώπινο σώμα…»  Είναι γνωστό ότι και η ουσία αλλά και οι ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και αμέθεκτες . Ο άνθρωπος δεν είναι άκτιστος, αλλά κτιστός, κτίσμα του Θεού. Συνεπώς με την απλή λογική δεν θα μπορούσε να έχει μέθεξη (συμμετοχή) ούτε στην άκτιστη ουσία ,αλλά ούτε και στις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού.

Σύμφωνα όμως με τους φιλοκαλικούς πατέρες της ορθοδοξίας και ο «κτιστός» άνθρωπος μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να έχει μέθεξη (συμμετοχή) στις «κατά χάριν » άκτιστες ενέργειες του Θεού. Το «κατά χάριν» σημαίνει και από θεϊκή φιλευσπλαχνία. Κάτι ανάλογο ισχύει και για την«κατά χάριν θέωση» του ανθρώπου. Κατά συνέπειαν το Θαβώρειο φως που είδαν οι Απόστολοι ήταν άκτιστο και όχι κτιστό, όπως εσφαλμένα υποστήριζε ο καλαβρός Βαρλαάμ, (τον οποίον αντιμετώπισε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και τον κατεδίκασε και η ορθόδοξος σύνοδος του 1341).

Για το θέμα αυτό των «  κατά χάριν ακτίστων  ενέργειών  ».στο Θαβώρ ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρατηρεί [13] « εννοείται εδώ όχι η ουσία του Θεού, διότι αυτή είναι αθέατος και ακατανόητος, αλλά η ενέργεια η άκτιστη, η χάρις και το φως αυτό που είδαν οι Απόστολοι».

Ε) Στο Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωση έχουμε μίξη όλης της Θεότητος με την ανθρωπότητα σε μία υπόσταση[14].

Στην τρίτη ωδή, τροπάριο τρίτο, του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού αναφέρεται ότι

«Θεός όλος υπάρχων,

όλος βροτός γέγονας,

όλη τη Θεότητι μίξας

την ανθρωπότητα,

εν υποστάσει σου,

ην εν δυσί ταις ουσίαις,

Μωυσής Ηλίας τε

είδον εν Θαβώρ »

Μετάφραση: Συ Χριστέ, που έχεις όλο το πλήρωμα της θεότητος, έγινες και τέλειος άνθρωπος (πήρες με την θέληση σου και όλη την βροτείαν θνητή φύση, όμως χωρίς αμαρτία και χωρίς το προπατορικό αμάρτημα και είσαι πάντα και τέλειος Θεός) και ένωσας με ολόκληρη την θεότητα σου την ανθρώπινη φύση σε μία υπόσταση. Αυτή την υπόσταση με τις δύο ουσίες είδαν ο Μωυσής και ο Ηλίας στο όρος Θαβώρ

Όλο το νόημα πέφτει στη φράση όλη «τη Θεότητι μίξας την ανθρωπότηταΔηλαδή ο υμνωδός με άλλα λόγια λέει ότι   εις ολόκληρον την φύσιν της θεότητος σου ήνωσας ολόκληρον την φύσιν της ανθρωπότητος εν τη μια υποστάσει

Γιάννης Κουτσούκος

Το κείμενο αυτό το έγραψα  στην Κεφαλλονιά στις 6-8-2016, την ημέρα της εορτής της Μεταμορφώσεως.

——————-

 

[1] Ωδή ενάτη, ειρμός του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[2] Ακτιστο θαβώρειο Φως.

[3] Ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, όχι ως κτίσμα αλλά άκτιστος, άχρονος, παντοδύναμος κλπ, αποτελούμενος από την άκτιστη και αμέθεκτη θεϊκή ουσία και από τις άκτιστες και αμέθεκτες θεϊκές ενέργειες.

[4] Κατά χάριν θεοί είναι οι πιστοί εκείνοι που πέτυχαν στην εδώ ζωή τους με την αγαθή προαίρεση τους, τον πνευματικό τους αγώνα, την κάθαρση των ψυχικών και σωματικών παθών και κυρίως με την επενέργεια της θείας χάριτος να φθάσουν κατά τη Δευτέρα παρουσία στην κατά χάριν θέωση. Να γίνουν δηλαδή θέσει θεοί (κατά θέσιν) και όχι φύσει θεοί. (δηλαδή εκ φύσεως).

[5] P.G.96, 560.   Επίσης στην Κ.Δ και στην υμνολογία ονομάζεται και Καινή κτίση, μέλλοντας αιώνας ή καινή φωτοχυσία.

[6] P.G. 96, 560   ούτως ο Δεσπότης οφθήσεται τοις τελείοις θεράπουσιν αυτού, ον τρόπον εν όρει Θαβώρ τοις Αποστόλοις τεθέαται

[7] ΕΠΕ Γρηγ. Παλαμά ΕΡΓΑ 10, 362. Κατά την ογδόην γαρ, δυνάμει κρείτονος ενεργείας η βασιλεία του Θεού φαίνεται.

[8] Ωδή ογδόη, τροπάριο τρίτο του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του μεγάλου υμνογράφου οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[9] Ωδή ογδόη, τροπάριο τρίτο του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του υμνογράφου οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[10] Δ Βασιλ. 2, 11

[11] Ωδή εβδόμη, τροπάριο τέταρτο ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του υμνογράφου οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[12] Ωδή εβδόμη, τροπάριο ειρμός του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του υμνογράφου  οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

[13] Εορτοδρόμειο Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτη, σελ 636

[14] Ωδή Τρίτη, τροπάριο τρίτο του ασματικού κανόνα της Μεταμορφώσεως του υμνογράφου οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

Μαΐου 5, 2016

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ ΣΤΗ ΖΩΟΔΟΧΟ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ

Filed under: Μεταβυζαντινή τέχνη — Γιάννης Κουτσούκος @ 6:25 μμ

Γιάννη Κουτσούκου:

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ

ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ ΣΤΗ ΖΩΟΔΟΧΟ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ

ΚΟΡΙΝΘΟΣ ΜΑΙΟΣ 2016

 

 Οι τοιχογραφίες στον νότιο τοίχο γενικά.

Στο νότιο τοίχο του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας απεικονίζονται οι λεγόμενες τοιχογραφίες των αίνων ή του πάσα πνοή, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζονται. (εικ. 1). Οι τοιχογραφίες αυτές όμως στο μεγαλύτερο μέρος των περιλαμβάνουν σκηνές, που περιγράφονται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Αν λοιπόν αναζητήσουμε την πηγή του περιεχόμενου των τοιχογραφιών αυτών θα καταλήξουμε στο κείμενο της Αποκάλυψης.

Εικ.1. Η ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ ΣΤΟΝ ΝΟΤΙΟ ΤΟΙΧΟ.

Στο επάνω μέρος της τοιχογραφίας του νότιου τοίχου έχει εισαχθεί επί πλέον των περιγραφομένων στην Αποκάλυψη και ο ζωδιακός κύκλος και έχουν χαραχθεί και μερικές φράσεις από το κείμενο του γνωστού 148ου ψαλμού, ο οποίος ονομάζεται και ψαλμός των αίνων ή του πάσα πνοή. Στο κάτω αριστερό μέρος υπάρχει παράσταση με το φρέαρ της Αβύσσου της Αποκάλυψης και διαφόρους δράκοντες.

ΕΙΚ 2. Η ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ ΣΕ ΜΕΓΕΝΘΥΣΗ ΑΠΟ ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ

Επίσης στο κάτω δεξιό μέρος της τοιχογραφίας αυτής συνυπάρχει- στην ίδια απεικόνιση με παραστάσεις από την Αποκάλυψη- και μία εικαστική απόδοση της τερατογονίας με την απεικόνιση των τεράτων Σκιάποδα, Στερνόφθαλμου και Κένταυρου. Χαρακτηριστικό της τοιχογραφίας αυτής σε όλο το κάτω τμήμα του νότιου τοίχου είναι, ότι εδώ δεν υπάρχουν χαραγμένοι στίχοι από τον 148ο ψαλμό του πάσα πνοή ή των αίνων όπως θα έπρεπε να υπάρχει σε μία αμιγή παράσταση του πάσα πνοή .

Η τοιχογραφία με τον ένθρονο Χριστό.

 Στο επάνω μέρος της τοιχογραφίας του νότιου τοίχου (εικόνα 2) και μέσα σε ημικύκλιο παριστάνεται ο ένδοξος ουράνιος θρόνος, επάνω στον οποίον κάθεται ο ένθρονος Χριστός, έτσι όπως τον είδε σε έκσταση και τον περιγράφει ο Ιωάννης ο Θεολόγος στο τέταρτο κεφάλαιο της Αποκάλυψης, δηλαδή περικυκλωμένος μέσα στα χρώματα της ίριδας και λουσμένος από το άκτιστο φως. Ο Ιωάννης περιγράφει, ότι είχε το χρώμα των πολύτιμων τότε γνωστών λίθων, δηλαδή το κόκκινο του σαρδίτη, το πράσινο του σμαραγδιού και το λαμπερό του μπριλαντιού (ιασπις).

ΕΙΚ. 3. Η ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ ΑΠΟ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑ

Το σχετικό χωρίο της Αποκάλυψης είναι στό κεφάλαιο Δ, στίχοι 2 και 3. Και ιδού θρόνος έκειτο εν τω ουρανώ και επί τον θρόνον καθήμενος, όμοιος οράσει λίθω ιασπίδι και σαρδίω. Και ίρις κυκλόθεν του θρόνου, ομοίως όρασις σμαραγδίνων. Η μεταφραση έχει ως εξής. Και ιδού ένας θρόνος βρισκόταν στον ουρανό και επάνω στον θρόνο ένας Καθήμενος, όμοιος στη εμφάνιση με τους (πολύτιμους και λαμπερούς ) λίθους ίασπι και σάρδιο. Και ουράνιο τόξο περιεκύκλωνε τον θρόνο, ομοίως σμαραγδίνη ( λαμπερή) εμφάνιση. Στην τοιχογραφία ο εικονογράφος απεικονίζει συμβολικά την άκτιστη, αόρατη και αμέθεκτη θεϊκή ουσία και την άκτιστη και κατά χάριν μόνο μεθεκτή αόρατη θεϊκή ενέργεια του Χριστού -ως τέλειου Θεού- με τα γνωστά δύο ολόσωμα φωτοστέφανα και μάλιστα σε σχήμα δύο αλληλεπικαλυπτόμενων γεωμετρικών ρόμβων, οι οποίοι περιβάλλουν όλο το περίγραμμα του σώματος του Χριστού με το άκτιστο αυτό φως. Ο ένθρονος Χριστός με το δεξί του χέρι ανυψωμένο ευλογεί. Το αριστερό του χέρι είναι στραμμένο προς τα κάτω με προτεταμένη και ανοικτή την παλάμη του με τα τέσσερα δάχτυλα ενωμένα και τον αντίχειρα χωριστά -σημείο της θεϊκής του δυνάμεως- το οποίο δείχνει προς τα διαδραματιζόμενα γεγονότα που περιγράφονται στην Αποκάλυψη και απεικονίζονται στην τοιχογραφία (εικ. 3)

Στο μέσον του θρόνου και γύρω από αυτόν παριστάνονται στην τοιχογραφία οι τέσσερεις ευαγγελιστές κρατώντας ανά ένα ευαγγέλιο. Η μορφή τους όμως παριστάνεται συμβολικά με τέσσερα ζωντανά πλάσματα (ζώα) -όπως ακριβώς περιγράφονται στην Αποκάλυψη1. Το πρώτο, που μοιάζει με λιοντάρι και εκπροσωπεί το βασιλικό μεγαλείο, συμβολίζει τον ευαγγελιστή Μάρκο (κάτω αριστερά, εικ.4 ).

ΕΙΚ. 4 . ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΤΟΥ ΕΝΘΡΟΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗ ΜΑΡΚΟ ΚΑΤΩ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΕ ΜΟΡΦΗ ΛΕΟΝΤΟΣ.

Το δεύτερο, που μοιάζει με μόσχο και εκπροσωπεί τη θεία δύναμη στην φύση, συμβολίζει τον ευαγγελιστή Λουκά (κάτω δεξιά ). Το τρίτο, που έχει πρόσωπο ανθρώπου και εκπροσωπεί την ανθρώπινη λογική, συμβολίζει τον ευαγγελιστή Ματθαίο (επάνω δεξιά, αρκετά φθαρμένο). Τέλος, το τέταρτο, που μοιάζει με αετό που πετάει και εκπροσωπεί το ευπετές και την οξύτητα της θείας οράσεως, συμβολίζει τον Ιωάννη (επάνω αριστερά). Όλα τα συμβολικά αυτά ζώα φέρουν φωτοστέφανο μόνο γύρω από το κεφάλι τους -και όχι σε όλο τους το σώμα όπως συμβαίνει με τον Χριστό. Επιπλέον, παριστάνονται με αγγελικές φτερούγες, απόδειξη του γεγονότος ότι δεν εκφράζουν μόνο την δύναμη των τεσσάρων ευαγγελιστών, αλλα είναι και θεωμένες ή αγγελικές υπάρξεις.2

Για πρώτη φορά συναντάμε συμβολικά τα τέσσερα αυτά ζωντανα πλάσματα ( ζώα) στο χωρίο του Προφήτου Ιεζεκιήλ στην Παλαιά Διαθήκη ( Κεφαλ. Α, στίχος 10) τον έκτο αιώνα π.Χ.

Και ομοίωσις των προσώπων αυτών. Πρόσωπον ανθρώπου και πρόσωπον λέοντος εκ δεξιών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον μόσχου εξ αριστερών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον αετού τοις τέσσαρσι. Και η μετάφραση είναι η εξής. Ως προς δε την μορφήν των προσώπων των και τα τέσσερα είχαν πρόσωπον ανθρώπου και πρόσωπον λέοντος εκ δεξιών, πρόσωπον μόσχου από τα αριστερά και πρόσωπον αετού όπισθεν.

Για το ίδιο θέμα η αποκάλυψη του Ιωάννου γράφει τα εξής. (Κεφαλαιο Δ, στίχος 6 και 7).

Και εν μέσω του θρόνου και κύκλω του θρόνου τέσσαρα ζώα……..Και το ζώον το πρώτον όμοιον λέοντι, και το δεύτερον ζώον όμοιον μόσχω, και το τρίτον ζώον έχον το πρόσωπον ως ανθρώπου, και το τέταρτον ζώον όμοιον αετώ πετομένω

 Και η μετάφραση. Επίσης μπροστά από τον θρόνο και γύρω από τον θρόνο ( ημικυκλικώς) είναι τέσσερα ζωόμορφα όντα…..Τό δε πρώτον ζωόμορφο όν είναι όμοιον με λέοντα και το δεύτερο ζωόμορφο όν όμοιο με μόσχο, και το τρίτο ζωόμορφο όν έχει το πρόσωπον σαν του ανθρώπου, και το τέταρτον ζωόμορφο όν είναι όμοιο με αετό, που πετά.

Η παράσταση των επτά αγγέλων της Αποκάλυψης.

Κάτω από την εικόνα του θρόνου υπάρχει μέσα σε έναν ομόκεντρο ημικυκλικό δακτύλιο ένα άλλο σύμπλεγμα παράστασης.

ΕΙΚ.5.  ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΔΥΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑ ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΘΡΟΝΟ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ Ο ΖΩΔΙΑΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΑ, ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΙΔΥΜΟΥΣ.

Στο χώρο αυτόν απεικονίζονται οι επτά  άγγελοι με φωτοστέφανο και φτερούγες, οι οποίοι αναφέρονται στο όγδοο κεφάλαιο της Αποκάλυψης στη δεύτερη παράγραφο (Εικ.3, 5). Μερικοί από αυτούς φέρνουν ριπίδιο στο δεξί τους χέρι και απεικονίζονται σε προτομή με ανθρώπινη μορφή και μετωπική στάση. Οι τέσσερεις είναι αριστερά του θρόνου και οι τρεις στα δεξιά του.

 

Εικ. 6. Τοιχογραφίες του Πάσα Πνοή στον νότιο τοίχο της Ζωοδόχου Πηγής στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας.

Το αντίστοιχο κείμενο της Αποκάλυψης έχει ως εξής. Και είδον τους επτά αγγέλους οι ενώπιον του Θεού εστήκασι.. ….. δηλαδή. Και είδα τους επτά αγγέλους, οι οποίοι παρίστανται ενώπιον του Θεού..

Οι επτά άγγελοι αντιπροσωπευουν στο κείμενο της Αποκάλυψης το λεγόμενο άνοιγμα της εβδόμης σφραγίδας, όπου προμηνύονται διάφορα δεινά. (Αποκαλ. Κεφάλαια 7, 8, 9)

Η παράσταση των επτά πρεσβυτέρων.

Κάτω από τον θρόνο στη τοιχογραφία παρεμβάλλονται δύο κύκλοι. Πρόκειται για τα στεφάνια των 24 πρεσβυτέρων, τα οποία έχουν εναποθέσει -σύμφωνα με την Αποκάλυψη3 – οι ίδιοι οι πρεσβύτεροι στον θρόνο του Θεού. (Για λόγους οικονομίας του χώρου δεν μπορούν να απεικονισθούν εδώ οι πρεσβύτεροι από τον εικονογράφο). Συμβολικά επίσης κάθε στεφάνι αντιπροσωπεύει τη μία από τις δύο δωδεκάδες των πρεσβυτέρων της Αποκάλυψης. (εικ.3και 6). Το αντίστοιχο κείμενο της Αποκάλυψης έχει ως εξής (Αποκ.κεφ. Δ , στίχος 10)

Πεσούνται οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι ενώπιον του Καθημένου επί του θρόνου, και προσκυνήσουσι τω ζώντι εις τους αιώνας των αιώνων, και βαλούσι τους στεφάνους αυτών ενώπιον του θρόνου… δηλαδή σε μετάφραση. Οι εικοσιτέσσερες πρεσβύτεροι πέφτουν μπροστά στον Καθήμενο πάνω στον θρόνο, και προσκυνούν αυτόν που ζει παντοτεινά, και αποθέτουν τα στεφάνια τους μπροστά στον θρόνο..

Η παράσταση με τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ.

Στο επάνω αριστερό άκρο του κυκλικού δακτυλίου που περιβάλλει τον θρόνον και δεξιά του θρόνου υπάρχει παράσταση με τα πολυόματα Χερουβείμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ (Εικ.6). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον Προφήτη Ησαΐα,4 τα Σεραφείμ πετούν κυκλικά γύρω από τον θρόνο και περιβάλλον αυτόν. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής. ( Ησαίας κεφ. στ, στιχ . 1 και 2)

 ..Και… είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου….και Σεραφείμ ειστήκεισαν κύκλω αυτού.. Και η μετάφραση έχει ως εξής. Και είδα τον Κύριον να κάθεται επάνω σε ένα θρόνον υψηλόν και μετέωρον….και γύρω από τον ένδοξον θρόνον ίσταντο τα Σεραφείμ…

Η τοιχογραφία κάτω από τον ένθρονο Χριστό

Εδώ διακρίνονται οι πιο κάτω παραστάσεις.

1). Οι τέσσερεις ίπποι της Αποκάλυψης στο δεξιό μέρος της  τοιχογραφίας (Αποκ. στ, 2,4,5 και 8). (Βλέπε εικόνα 10). Εδώ συνυπάρχουν και διάφορα τέρατα εκτός του κειμένου της Αποκάλυψης, όπως Σκιάποδας, Στερνόφθαλμος και Κένταυρος.

 2).Το φρέαρ της Αβύσσου (εικ.7, 8) με σαφή οριοθετημένα όρια μέσα στην τοιχογραφία, κάτω αριστερά. (Αποκ. θ, 1 και 2)

. .

EIK.7. TO ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΟΥ ΜΕ ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΡΑΚΟΝΤΕΣ

3). Ο δράκοντας ή το θηρίον το αναβαίνον εκ της αβύσσου.   (Αποκ.ια, 7). Διακρίνεται με μία μεγάλη φτερούγα, βγάζοντας καπνό από το στόμα του κοντά στο φρέαρ της Αβύσσου και αριστερά του μεταγενέστερου τοίχου. (Αποκ. κεφ. θ, παρ.2). Βλέπε εικόνα 7.

ΕΙΚ 8. ΤΟ ΦΡΕΑΡ ΤΗΣ ΑΒΥΣΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΣΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΜΕ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΙΓΓΟΥΡΑ ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΥΤΟ.

4) Οι λοιποί δράκοντες του φρέατος της Αβύσσου κάτω αριστερά της τοιχογραφίας.(εικ.6,7, 9).

 

Στο δεξιό μέρος της παράστασης ο τοιχογράφος έχει αποτυπώσει και τις επιπτώσεις στα έμψυχα και στα άψυχα από τα δεινά του ανοίγματος του φρέατος της Αβύσσου.

ΕΙΚ 9. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ  ΔΡΑΚΟΝΤΕΣ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

ΕΙΚ.10. ΤΟ ΚΑΤΩ ΔΕΞΙΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΗΝ ΤΕΡΑΤΟΓΟΝΙΑ,( ΣκΙΑΠΟΔΑ, ΣΤΕΡΝΟΦΘΑΛΜΟ, ΚΕΝΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΚΥΝΑΝΘΡΩΠΟ) ΜΑΖΙ ΜΕ  ΤΟΥΣ ΙΠΠΟΥΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ( ΠΥΡΡΟΣ, ΜΕΛΑΣ, ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΙ ΧΛΩΡΟΣ) ΚΑΙ τΦΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΖΩΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ.

Παρόμοιες παραστάσεις της Αποκάλυψης αποτελούν τμήμα της εικονογράφησης και στα αθωνικά μνημεία και τα πρότυπα τους. Σε τοιχογραφία π.χ. της Μονής Δοχειαρίου του Αγίου Όρους, όπου απεικονίζονται επίσης οι επιπτώσεις από το άνοιγμα του φρέατος της Αβύσσου της Αποκάλυψης, υπάρχουν παρόμοιες στάσεις ανθρώπων όπως εδώ στη Ζωοδόχο Πηγή στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας, δηλαδή άλλοι άνθρωποι να είναι πεσμένοι ανάσκελα στο έδαφος, άλλοι καθιστοί οι οποίοι κλαίνε, άλλοι μπρούμυτα και άλλοι εκστατικοί. Οι περισσότεροι όμως ευρίσκονται σε στάση τρόμου, οδύνης και δέους από τα τεκταινόμενα στην Αποκάλυψη.5 (βλέπε και εικόνα  10).  

ΕΙΚ 11. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑΣ ΠΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕ Ο ΤΟΙΧΟΣ ΑΠΟ ΤΣΙΜΕΝΤΟΛΙΘΟΥΣ ΠΟΥ ΚΤΙΣΤΗΚΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ (ΕΠΙ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ).

Στη τοιχογραφία αυτή (νότιος τοίχος, κάτω μέρος, Ζωοδόχος Πηγή) συνυπάρχει αλληλοεπικάλυψη των γεγονότων της Αποκάλυψης, τα οποία ενώ στο κείμενο περιγράφονται χωριστά, εδώ απεικονίζονται συνοπτικά σε μία παράσταση (τέσσερεις ίπποι, φρέαρ της Αβύσσου, θηρίο, κλπ). Αυτό συμβαίνει καταρχάς από έλλειψη χώρου, αλλά τίθεται και το ερώτημα κατά πόσον στον τοιχογράφο ήταν γνώριμο και κατανοητό το κείμενο της Αποκάλυψης ή ενεργούσε σύμφωνα με προϋπάρχοντα πρότυπα. Από την τοιχογραφία φαίνεται καθαρά ότι εκτός από τα γεγονότα της Αποκάλυψης -έστω και συνοπτικά και αλληλεπικαλυπτόμενα- έχουν πρωτεύοντα ρόλο στη παράσταση και ο σκιάποδας, ο στερνόφθαλμος και ο ο κένταυρος, τέρατα τα οποία δεν υπάρχουν στο κείμενο της Αποκάλυψης. Το νόημα της εικονογράφησης της Αποκάλυψης απαιτούσε εξοικειωμένους θεατές, οι οποίοι θα μπορούσαν να αφομοιώσουν τις πολλές αλληγορικές σκηνές του κειμένου τη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΤΗΤΟΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟ.

Μέχρι τώρα δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί επιγραφή, η οποία να αναφέρει τον χρόνο που έγιναν οι τοιχογραφίες, αλλά ούτε βρέθηκε επιγραφή με το όνομα του αγιογράφου. Επίσης, δεν έχει διαπιστωθεί αν υπάρχει ένα ή περισσότερα  προγενέστερα στρώματα με αρχαιότερες τοιχογραφίες κάτω από τις υπάρχουσες ορατές ή κάποια κτητορική επιγραφή του ναού.

Η παρούσα έρευνα στηρίχθηκε σε συγκριτικά στοιχεία των χρονολογημένων με επιγραφή και μελετημένων άλλων γειτονικών ναών της ευρύτερης περιοχής του τέως δήμου Κλεωνών. Οι ναοί αυτοί είναι ο ναός του Αγίου Δημητρίου Ρειτού Αθικίων, της Αγίας Μαρίνας στην νέα Μονή Φανερωμένης Χιλιομοδίου και οι ναοί του Αγίου Νικολάου και Παντελεήμονος στις Κλένιες  Κορινθίας. Από την σύγκριση της τεχνοτροπίας, της θεματογραφίας, του ύφους και της χρωματικής κλίμακας  των τοιχογραφιών η παρούσα έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με πολύ μεγάλη πιθανότητα ο Δημήτριος Κακαβάς μεταξύ των ετών 1607 και 1611 αγιογράφησε τις παραστάσεις στο παλαιό ναό της Ζωοδόχου Πηγής

1Αποκάλυψη, κεφ. Δ’, παρ. 6-8, Καινή Διαθήκη, (επιμέλεια Π. Τρεμπέλα), Ο Σωτήρ, Αθήνα 1986, σελ. 987. Για την ομοίωση των προσώπων των τεσσάρων αυτών πλασμάτων με λιοντάρι, μόσχο, άνθρωπο και αετό μιλάει και ο προφήτης Ιεζεκιήλ στην Παλαιά Διαθήκη στο όραμα του χερουβικού θρόνου, που είδε στο ποταμό Χοβάρ κατά την Βαβυλώνια αιχμαλωσία του από το 597 π .Χ έως το 570 π .Χ, (Ιεζεκιήλ, κεφ.α, στιχ. 10)

2Τρεμπέλα Π, Καινή Διαθήκη. Ο Σωτήρ, Αθήνα 1986, Αποκάλυψη. Εισαγωγή στο κεφ. δ

3Αποκάλυψη, κεφ. Δ’, παρ. 10, Καινή Διαθήκη, (επιμέλεια Π. Τρεμπέλα), Ο Σωτήρ, Αθήνα 1986, σελ. 987.

4Κολιτσαράς (επιμ.), Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Εβδομήκοντα, Αδερφότης Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα 1981, Ησαϊας,,τόμος Ε, κεφ. ΣΤ΄, παρ. 1-3, σελ. 28.

5Α.Κατσιώτη, , σελ. 80,εικόνα 37.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ             5-5-2016   Παραμονή εορτής της ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ.

Ιανουαρίου 21, 2016

Δείτε το βίντεο «ΒΙΝΤΕΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛO ΚΟΥΡΟ, ΜΟΥΣΙΚΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟ» στο YouTube

Filed under: Uncategorized — Γιάννης Κουτσούκος @ 9:46 μμ

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android

Ιανουαρίου 18, 2016

Βίντεο αφιερωμένο στον μουσικοσυνθέτη και δάσκαλο Παναγιωτόπουλο, Κούρο

Filed under: Μουσική,Πολιτισμός — Γιάννης Κουτσούκος @ 2:35 πμ

Ιανουαρίου 16, 2016

Δύο βίντεο που αναλύουν κείμενα της υμνολογίας του Τριωδίου.

Filed under: Υμνογραφία,θεολογία — Γιάννης Κουτσούκος @ 10:28 μμ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: