Γιάννης Κουτσούκος

Σεπτεμβρίου 10, 2015

ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ ΜΟΥΣΑ. Δημοσιευμένο την 2-3-1958 ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου από την μαθητική εποχή στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος

Filed under: πνευματική υπέρβαση,ποίηση,Θεολογία — Γιάννης Κουτσούκος @ 5:58 μμ

 

Στο πιο κάτω ποίημα διαφαίνεται ένα πνευματικό ταξείδι στην έμπνευση και στην ανθρώπινη πνευματική υπέρβαση, που μοιάζει σαν ονειρεμένο και ονειροπόλο, είναι όμως πρακτικό και διορατικό. Ήταν ήδη  αυθόρμητο σαν προγραμματισμένο εκ των προτέρων μέσα στη συνείδηση του γράφοντος το έτος 1958 χωρίς την παρέμβαση του με κάποια  θέληση ή λογική του διαδικασία.  Eκφράζει τον ιδεαλισμό και την επιθυμία μιας ανώτερης πνευματικής εμπειρίας ενός δεκαεπτάχρονου τότε μαθητή του ΛυκείουOι συμβολικές λογοτεχνικές έννοιες Μούσα, Θεά κλπ παραπέμπουν στο θείον υπερβατικό (Τριαδικό Θεό).  Πολλές φορές στο ποίημα αυτό των μαθητικών χρόνων του 1958 τα νοήματα και οι λέξεις έβγαιναν μόνα τους και καταγράφονταν εντελώς αυθόρμητα, χωρίς να προσπαθήσει ο γράφων να ελέγξει ή να παρεμποδίσει την πνευματική αυτή ροή .

Την σχετική και συμβολική  συγγένεια μερικών   νοημάτων  του ποιήματος αυτού με την νηπτική θεωρία των ορθόδοξων φιλοκαλικών κειμένων και του προφητικού βιβλίου της Αποκάλυψης,  ανακαλύπτω και αντιστοιχώ με έκπληξη για πρώτη φορά σήμερα- μετά από 60 περίπου χρόνια- μια και το έτος 1958 που έγραψα αυτούς τους  στίχους  είχα   άγνοια των ιερών αυτών κειμένων. Από το κείμενο του ποιήματος προκύπτουν έννοιες ως ένα   συμβολικό προοίμιο της κατά χάριν θεώσεως και μία επιθυμία της πνευματικής κλίμακας για  πνευματική  ανάβαση. Κάτι τέτοια στοιχεία, όχι πάντα κατανοητά στον καθένα, έχει  το κείμενο του ποιήματος, τα οποία θα αναλύσουμε.

Ο  πρώτος στίχος στην πρώτη σειρά του ποιήματος εκφράζει την ευχή όπως το θείον υπερβατικό- (στο κείμενο εκφράζεται με την λέξη θεά) -συντροφεύσει τον γράφοντα σε ένα  πνευματικό ξεκίνημα (λυκαυγές ροδόπλαστο), το οποίο θα είναι τόσο  ιδανικό και όμορφο,  όπως είναι τα αγνά και φυσικά χρώματα της κροκόπεπλης αυγής, τα οποία εμφανίζονται στο σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ του  τελευταίου πρωινού αστεριού,- του Αυγερινού -και της ανατολής του Ηλίου. Στις υπόλοιπες τρεις σειρές της ίδιας πρώτης στροφής διακρίνεται επίσης η ευχή, όπως οι ευγενικοί πόθοι ζυμωθούν   με το πικρό το δάκρυ.  Η συμβολική  αυτή έκφραση στο ποίημα παραπέμπει στη λεγομένη  θεία κατάνυξη. Επίσης γίνεται επίκληση της γνωστής  στην ορθόδοξη νηπτική θεωρία  χαρμολύπης ή του χαροποιού πένθους. Αυτό εκφράζεται με τον συγκερασμό των δύο αντιθέτων  λέξεων του κειμένου πόνος και χαρά. Τέλος στην ίδια στροφή εκφράζεται ο πανανθρώπινος χαρακτήρας  (σε όλα της γης τα μάκρη), των πιο πάνω φιλοκαλικών, νηπτικών εννοιών, δηλαδή του χαροποιού πένθους, της χαρμολύπης και της θείας κατάνυξης.

Στον δεύτερο στίχο αρχίζει η αναμενόμενη για κάθε πνευματικό άνθρωπο,- που ζει αναγκαστικά σε μια υλιστική κοινωνία,- περιπλάνηση (πλανιέμαι ανεμόδαρτος) και η καθημερινή ζαλάδα σε μια εποχή της σύγχυσης των αξιών και των ιδανικών. Τα πνευματικά στηρίγματα στις τρικυμίες και στις μπόρες αυτές ( τρικυμιές και μπόρες καταφοβερές) είναι, σύμφωνα με το ποίημα, η κρυφή ελπίδα που πηγάζει από το θείον υπερβατικό (Θεό), την  οποία ελπίδα ο γράφων κρατάει σαν φυλαχτό τρισάγιο. Η ελπίδα αυτή δίνει χαρά για την αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων, αλλά υπάρχουν και ανθρώπινες στιγμές αδυναμίας που ο άνθρωπος χάνει και το  κουράγιο μέσα στη καρδιά του (χωρίς καρδιάς κουράγιο).

Στον τρίτο στίχο η δοκιμασίες και οι πειρασμοί, -ζώντας σε μια υλική καθημερινότητα που η ύλη μάχεται το πνεύμα,- γίνονται πιο έντονοι (ψυχικά και σωματικά πάθη). Αποτέλεσμα αυτού είναι η ιερή φλόγα -(κατά χάριν συμμετοχή στις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού και η κατά χάριν θέωση)- να τρεμοσβήνει και η ελπίδα να σκοτεινιάζει. Η νοσταλγία του θεϊκού  πνευματικού φωτός (νόστος ηλιαχτίδας) είναι εκείνη που μπορεί να ξεδιαλύνει το πνευματικά σκοτάδια της ψυχής και πρέπει να βαστήξει γερά τον πνευματικό αγώνα για την κατά χάριν θέωση της ανθρώπινης ύπαρξης (βάστα γερά κακότυχη καρδιά την νόστο ηλιαχτίδας)

Στον τέταρτο και πέμπτο   στίχο η κοσμικοποίηση της πίστης, η αποστασία, τα αντίθεα νομοθετήματα, η αναγνώριση όχι της καθάρσεως των παθών, αλλά των παρά φύση παθών κλπ έρχονται σαν μια μόδα (στάζει της μόδας η πληγή) και σαν μια μεγάλη φουρτούνα μέσα στο πέλαγος. Το αντίδοτο είναι  για όποιον το αντέξει η διατήρηση της πίστης και η ζωή κοντά στον Θεό (Σε έχω στο πλάι μου Θεά και δεν με νοιάζει η τρικυμιά).

Στους τρεις τελευταίους στίχους για όσους άντεξαν την πνευματική φουρτούνα έρχεται η γαλήνη,  η λύτρωση, η δικαίωση και  το πνευματικό φως με την  κατά χάριν θέωση. Οι αντίστοιχες συμβολικές  εκφράσεις στο ποίημα αυτό ενός δεκαεπτάχρονου μαθητή Λυκείου του έτους 1958 είναι οι εξής.    Για δες μια ξαστερότητα…… χύνεται φως πλημμυριστό. Παύει και η φουρτούνα. Θεά πάρεμε αγκάλη σου και ανέβασμε στα άνω. Πως ζω έτσι πανεύτυχα. Νοσταλγική μαγεία πάρε μου όλα τα αγαθά και άσε μου τα βιβλία.

Γιάννης Κουτσούκος  10-9-2015

Το ποίημα αυτό γράφτηκε στις 26.2.1958 και δημοσιεύθηκε στις 2-3-1958 στην κορινθιακή εφημερίδα ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ.

 

Εμφάνιση ΓΙΑΝΝΗΣ 011.jpg

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: