Γιάννης Κουτσούκος

Νοέμβριος 2, 2017

Άνθρωπος ο εγκλωβισμένος στον χωροχρόνο και η μοναδική διέξοδος του.

Filed under: πνευματική υπέρβαση,Φυσικές Επιστήμες,θεολογία — Γιάννης Κουτσούκος @ 6:24 μμ

Όσο κι αν φαίνεται, ότι η ανθρώπινη ύπαρξη έκανε προόδους στις φυσικές επιστήμες, δεν παύει να είναι σήμερα, αλλά και στο μέλλον, η ίδια εγκλωβισμένη στον πλανήτη γη και το πολύ-πολύ και σε μερικούς άλλους γειτονικούς πλανήτες. Για να βγει από το αδιέξοδο αυτό ο άνθρωπος και να εξαπλωθεί στο αχανές σύμπαν πρέπει να υπερβεί το κρίσιμο όριο της ταχύτητας του φωτός, δηλαδή τα 330 χιλιάδες χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο. Αυτό όμως είναι, ως γνωστό, αδύνατο για ένα υλικό σώμα, όπως είναι το ανθρώπινο.

Από την άλλη πλευρά οι γνώσεις του ανθρώπου για το μικρόκοσμο περιορίζονται δραματικά από την αρχή της απροσδιοριστίας του φυσικού και νομπελίστα Heisenberg. Συνεπώς υπάρχει φραγμός και εγκλωβισμός του ανθρώπου και προς τα κάτω, δηλαδή τον μικρόκοσμο, αλλά και προς τα επάνω, δηλαδή τον μεγάκοσμο. Αυτό σημαίνει, ότι ο άνθρωπος είναι εγκλωβισμένος και χωροχρονικά σε μια πολύ μικρή γωνιά του άπειρου σύμπαντος.

Ερώτημα: Υπάρχει λύση;

Όπου σταματούσε η επιστήμη ανέκαθεν την λύση την έδιδε η θεολογία. Στα κείμενα της Αγίας Γραφής αλλά κυρίως στα κείμενα των φιλοκαλικών πατέρων της ορθοδοξίας υπάρχουν αναφορές, με θεολογικό βέβαια τρόπο εκφρασμένες, οι οποίες μιλούν για τον άνθρωπο και την «θέωσή» του. Η λέξη θέωση περικλείει εκτός των άλλων και όλο το νόημα της υπέρβασης, που μπορεί να κάνει η ανθρώπινη ύπαρξη μέσα στο χωροχρόνο. Και αυτό είναι ακριβώς το ίδιο νόημα, έτσι όπως το εκφράζει με μαθηματικές λογικές η πεπερασμένη ανθρώπινη γνώση μέσα από τις λεγόμενες φυσικές επιστήμες.

Θέωση σημαίνει -εκτός άλλων- αλλαγή του ανθρωπίνου σώματος σε ένα καινούργιο «πνευματικό σώμα», όμοιο με το σώμα του αναστημένου Χριστού. Η λέξη πνευματικό θα μπορούσε να μπει σε εισαγωγικά, διότι πρόκειται για το θεωμένο υλικό ανθρώπινο σώμα. Ο Χριστός κατά την ανάστασή του «εθέωσε της σαρκός το πρόσλημα», όπως λέει και η ακολουθία της θείας μεταλήψεως. Δηλαδή εθέωσε την ανθρώπινη σάρκα, που προσέλαβε κατά την γέννησή του. Αναστήθηκε με αυτή και αναλήφθηκε με αυτήν (δηλ. την θεωμένη μορφή της). Εδώ ακριβώς έχουμε υπέρβαση των φυσικών νόμων, όπως τους εκφράζει μαθηματικά η ανθρώπινη πεπερασμένη λογική και η περιορισμένη ανθρώπινη διάνοια. Η υπέρβαση αυτή είναι η μοναδική που οδηγεί την ανθρώπινη ύπαρξη από τη φθορά στην αφθαρσία, από την ύλη στη θεωμένη μορφή της, από το πεπερασμένο στο «κατά χάριν άπειρο», από την γη στην καινή κτίση, από τον θάνατο στη ζωή (την μετά θάνατον ζωή). Την δυνατότητα όμως της «κατά χάριν θεώσεως» έχει δώσει η ενανθρώπιση του θείου Λόγου σε όλους τους ανθρώπους. Βέβαια αυτό θα συμβεί, εάν το θελήσουν οι ίδιοι και αγωνισθούν γι’ αυτό. Η θέωση επιτελείται με την μέθεξη (συμμετοχή) στις «κατά χάριν» άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού, εφόσον φθάσει κάποιος σε ένα σημείο κάθαρσης, φωτισμού και θεώσεως. Προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι ο άνθρωπος πέρα από την καλή του προαίρεση και το αυτεξούσιο της θελήσεώς του να μπορέσει να ελκύσει και την επενέργεια της θείας Χάρης.

Όλα αυτά είναι «εν δυνάμει» δηλ. έχει δοθεί η δυνατότητα στον άνθρωπο. Και αυτή ακριβώς η δυνατότητα πηγάζει μέσα από τη σταυρική θυσία του Χριστού, ως τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου. Το «εν ενεργεία», δηλαδή η πραγματοποίησή της εναπόκειται σε εμάς. Να λοιπόν που η ορθόδοξη πίστη μας, προσφέρει στον κάθε πιστό αυτό που οι πατέρες της εκκλησίας και οι ορθόδοξοι υμνογράφοι ονομάζουν θέωση. Στη γλώσσα όμως και στη λογική της περιορισμένης ανθρώπινης γνώσης θα μπορούσε κάλλιστα να ονομασθεί μοναδική διέξοδος και απεγκλωβισμός του ανθρώπου από τα δεσμά της ύλης και του χωροχρόνου.

 

Δημοσιεύθηκε στις 12-5-2009

στην εφημερίδα ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΗΜΕΡΑ

και στις 15-3-2009

στην ιστοσελίδα koutsoukos. wordpress.com

Advertisements

Σεπτεμβρίου 10, 2015

ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ ΜΟΥΣΑ. Δημοσιευμένο την 2-3-1958 ποίημα του Γιάννη Κουτσούκου από την μαθητική εποχή στην εφημερίδα Νέα Κόρινθος

Filed under: πνευματική υπέρβαση,ποίηση,Θεολογία — Γιάννης Κουτσούκος @ 5:58 μμ

 

Στο πιο κάτω ποίημα διαφαίνεται ένα πνευματικό ταξείδι στην έμπνευση και στην ανθρώπινη πνευματική υπέρβαση, που μοιάζει σαν ονειρεμένο και ονειροπόλο, είναι όμως πρακτικό και διορατικό. Ήταν ήδη  αυθόρμητο σαν προγραμματισμένο εκ των προτέρων μέσα στη συνείδηση του γράφοντος το έτος 1958 χωρίς την παρέμβαση του με κάποια  θέληση ή λογική του διαδικασία.  Eκφράζει τον ιδεαλισμό και την επιθυμία μιας ανώτερης πνευματικής εμπειρίας ενός δεκαεπτάχρονου τότε μαθητή του ΛυκείουOι συμβολικές λογοτεχνικές έννοιες Μούσα, Θεά κλπ παραπέμπουν στο θείον υπερβατικό (Τριαδικό Θεό).  Πολλές φορές στο ποίημα αυτό των μαθητικών χρόνων του 1958 τα νοήματα και οι λέξεις έβγαιναν μόνα τους και καταγράφονταν εντελώς αυθόρμητα, χωρίς να προσπαθήσει ο γράφων να ελέγξει ή να παρεμποδίσει την πνευματική αυτή ροή .

Την σχετική και συμβολική  συγγένεια μερικών   νοημάτων  του ποιήματος αυτού με την νηπτική θεωρία των ορθόδοξων φιλοκαλικών κειμένων και του προφητικού βιβλίου της Αποκάλυψης,  ανακαλύπτω και αντιστοιχώ με έκπληξη για πρώτη φορά σήμερα- μετά από 60 περίπου χρόνια- μια και το έτος 1958 που έγραψα αυτούς τους  στίχους  είχα   άγνοια των ιερών αυτών κειμένων. Από το κείμενο του ποιήματος προκύπτουν έννοιες ως ένα   συμβολικό προοίμιο της κατά χάριν θεώσεως και μία επιθυμία της πνευματικής κλίμακας για  πνευματική  ανάβαση. Κάτι τέτοια στοιχεία, όχι πάντα κατανοητά στον καθένα, έχει  το κείμενο του ποιήματος, τα οποία θα αναλύσουμε.

Ο  πρώτος στίχος στην πρώτη σειρά του ποιήματος εκφράζει την ευχή όπως το θείον υπερβατικό- (στο κείμενο εκφράζεται με την λέξη θεά) -συντροφεύσει τον γράφοντα σε ένα  πνευματικό ξεκίνημα (λυκαυγές ροδόπλαστο), το οποίο θα είναι τόσο  ιδανικό και όμορφο,  όπως είναι τα αγνά και φυσικά χρώματα της κροκόπεπλης αυγής, τα οποία εμφανίζονται στο σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ του  τελευταίου πρωινού αστεριού,- του Αυγερινού -και της ανατολής του Ηλίου. Στις υπόλοιπες τρεις σειρές της ίδιας πρώτης στροφής διακρίνεται επίσης η ευχή, όπως οι ευγενικοί πόθοι ζυμωθούν   με το πικρό το δάκρυ.  Η συμβολική  αυτή έκφραση στο ποίημα παραπέμπει στη λεγομένη  θεία κατάνυξη. Επίσης γίνεται επίκληση της γνωστής  στην ορθόδοξη νηπτική θεωρία  χαρμολύπης ή του χαροποιού πένθους. Αυτό εκφράζεται με τον συγκερασμό των δύο αντιθέτων  λέξεων του κειμένου πόνος και χαρά. Τέλος στην ίδια στροφή εκφράζεται ο πανανθρώπινος χαρακτήρας  (σε όλα της γης τα μάκρη), των πιο πάνω φιλοκαλικών, νηπτικών εννοιών, δηλαδή του χαροποιού πένθους, της χαρμολύπης και της θείας κατάνυξης.

Στον δεύτερο στίχο αρχίζει η αναμενόμενη για κάθε πνευματικό άνθρωπο,- που ζει αναγκαστικά σε μια υλιστική κοινωνία,- περιπλάνηση (πλανιέμαι ανεμόδαρτος) και η καθημερινή ζαλάδα σε μια εποχή της σύγχυσης των αξιών και των ιδανικών. Τα πνευματικά στηρίγματα στις τρικυμίες και στις μπόρες αυτές ( τρικυμιές και μπόρες καταφοβερές) είναι, σύμφωνα με το ποίημα, η κρυφή ελπίδα που πηγάζει από το θείον υπερβατικό (Θεό), την  οποία ελπίδα ο γράφων κρατάει σαν φυλαχτό τρισάγιο. Η ελπίδα αυτή δίνει χαρά για την αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων, αλλά υπάρχουν και ανθρώπινες στιγμές αδυναμίας που ο άνθρωπος χάνει και το  κουράγιο μέσα στη καρδιά του (χωρίς καρδιάς κουράγιο).

Στον τρίτο στίχο η δοκιμασίες και οι πειρασμοί, -ζώντας σε μια υλική καθημερινότητα που η ύλη μάχεται το πνεύμα,- γίνονται πιο έντονοι (ψυχικά και σωματικά πάθη). Αποτέλεσμα αυτού είναι η ιερή φλόγα -(κατά χάριν συμμετοχή στις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού και η κατά χάριν θέωση)- να τρεμοσβήνει και η ελπίδα να σκοτεινιάζει. Η νοσταλγία του θεϊκού  πνευματικού φωτός (νόστος ηλιαχτίδας) είναι εκείνη που μπορεί να ξεδιαλύνει το πνευματικά σκοτάδια της ψυχής και πρέπει να βαστήξει γερά τον πνευματικό αγώνα για την κατά χάριν θέωση της ανθρώπινης ύπαρξης (βάστα γερά κακότυχη καρδιά την νόστο ηλιαχτίδας)

Στον τέταρτο και πέμπτο   στίχο η κοσμικοποίηση της πίστης, η αποστασία, τα αντίθεα νομοθετήματα, η αναγνώριση όχι της καθάρσεως των παθών, αλλά των παρά φύση παθών κλπ έρχονται σαν μια μόδα (στάζει της μόδας η πληγή) και σαν μια μεγάλη φουρτούνα μέσα στο πέλαγος. Το αντίδοτο είναι  για όποιον το αντέξει η διατήρηση της πίστης και η ζωή κοντά στον Θεό (Σε έχω στο πλάι μου Θεά και δεν με νοιάζει η τρικυμιά).

Στους τρεις τελευταίους στίχους για όσους άντεξαν την πνευματική φουρτούνα έρχεται η γαλήνη,  η λύτρωση, η δικαίωση και  το πνευματικό φως με την  κατά χάριν θέωση. Οι αντίστοιχες συμβολικές  εκφράσεις στο ποίημα αυτό ενός δεκαεπτάχρονου μαθητή Λυκείου του έτους 1958 είναι οι εξής.    Για δες μια ξαστερότητα…… χύνεται φως πλημμυριστό. Παύει και η φουρτούνα. Θεά πάρεμε αγκάλη σου και ανέβασμε στα άνω. Πως ζω έτσι πανεύτυχα. Νοσταλγική μαγεία πάρε μου όλα τα αγαθά και άσε μου τα βιβλία.

Γιάννης Κουτσούκος  10-9-2015

Το ποίημα αυτό γράφτηκε στις 26.2.1958 και δημοσιεύθηκε στις 2-3-1958 στην κορινθιακή εφημερίδα ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ.

 

Εμφάνιση ΓΙΑΝΝΗΣ 011.jpg

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: