Γιάννης Κουτσούκος

Αύγουστος 10, 2017

Δύο Θύματα και δύο τραυματίες από τις γερμανικές εκκαθαρίσεις στην περιοχή Αγίου Βασιλείου Κορινθίας την άνοιξη του 1944

Το κείμενο αυτό είναι από το βιβλίο του Γιάννη Κουτσούκου «Κατοχή και εμφύλιος στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας.

 

Σε μπλόκο που έκαναν οι Γερμανοί για στρατιωτικές εκκαθαρίσεις και συλλήψεις των ανταρτών σκοτώθηκαν δύο κάτοικοι του Αγίου Βασιλείου, ο Τσουτσουβής και ο Γιάννης Κουτσοσταμάτης (ή Σταμάτης, τσαγκάρης). Επίσης τραυματίστηκαν άλλοι δύο, ο Χρήστος Παπαιωάννου ή Γκουβέλος (μετέπειτα γραμματέας της κοινότητος Αγίου Βασιλείου ) και ο δάσκαλος του Χωριού Γιαννάκης, ο οποίος δεν είχε καταγωγή από τον Άγιο Βασίλειο.

Σε μαγνητοφωνημένη συνέντευξη ο Γιάννης Μαρμαράς διηγείται τα πιο κάτω.

«Είχανε κάνει μπλόκο οι Γερμανοί σε όλο το χωριό με την διαταγή, μόλις κτυπήσει η καμπάνα στις επτά η ώρα δεν θα βγει κανένας έξω για να κινηθεί. Οι Τσουτσουβής, Κουτσοσταμάτης, Παπαιωάννου και ο  δάσκαλος του χωριού  Γιαννάκης πήρανε τον δρόμο για τις Κλένιες και κρύφτηκαν σε μία σπηλιά του Ραντίτσα μέσα σε μια ρεματιά κοντά στα σύνορα Αγίου Βασιλείου και Κλένιες. Είχαν κάνει το λάθος να πάρουν μαζί τους και τα σκυλιά. Όταν φθάσανε τα γερμανικά μπλόκα τα σκυλιά βγήκαν έξω και τους πρόδωσαν. Οι Γερμανοί ρίξανε μια χειροβομβίδα στην σπηλιά και σκοτώσανε τους δύο (Τσουτσουβή και Κουτσοσταμάτη) και τραυματίσανε τους άλλους δύο (Γιαννάκη  και Παπαιωάννου). Θυμάμαι την περίπτωση, όπου ήμουνα στην βρύση Σάβυζα, κοντά στου Μπάσπαρου τα αλώνια (εκεί που είναι σήμερα οι μυγδαλιές  του Ριζόγιαννη, που  ήταν τότε κουτσουκέικο), και τους φέρνανε τους σκοτωμένους με μουλάρια. Είχανε βάλλει δυο κοφίνια δεξιά κα αριστερά στο μουλάρι και είχαν τους σκοτωμένους βάλλει πάνω στο σαμάρι και στα κοφίνια. Θυμάμαι τις αρβύλες τους που πήγαιναν από εδώ και από εκεί. Αυτά τα είχα δει με τα μάτια μου. »

Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών στην ανατολική Κορινθία προσδιορίζονται ότι έγιναν την άνοιξη του 1944.[1] Σε αυτή την εποχή πρέπει να εντάσσεται και το πιο πάνω περιστατικό στη σπηλιά του Ραντίτσα. Τότε ο  ΕΛΑΣ κτύπησε με ενέδρα τις εφοδιοπομπές και τα τραίνα των Γερμανών σε διάφορα σημεία της Αργολιδοκορινθίας, όπως και την αμαξοστοιχία κοντά στο Χιλιομόδι. Στις 20 Μαίου 1944 ξεκίνησαν τρεις γερμανικές φάλαγγες για αντίποινα των ανταρτών και όργωσαν όλη την Αργολιδοκορινθία. Η  Διαταγές  των  Γερμανών ήσαν σαφέστατες. Όποιος άνδρας βρισκόταν στο βουνό μπορούσε να θεωρηθεί αντάρτης και να πυροβοληθεί επί τόπου.

Οι Γερμανοί όσους άνδρες βρήκαν στα πρώτα χωριά τους πήραν μαζί τους ως ομήρους ή  για αγγαρείες. Για τον λόγο αυτό πολλοί άνδρες έφυγαν για τα βουνά. Ο  Πατέρας μου βρισκόταν τότε στην Αγία Τριάδα Στεφανίου με άλλους άνδρες που είχαν βγει στο Βουνό. Από τις προφορικές διηγήσεις του θυμάμαι και αναφέρω αυτολεξεί τα εξής:

«Εκεί που καθόμαστε στους τοίχους σε κάτι χαλάσματα και συζητούσαμε βλέπω απέναντι στην κορυφή του Βουνού Δαφνιά έναν στρατιώτη να γονατίζει και να σημαδεύει επάνω μου. Εγώ ήμουν εκτεθειμένος στην θέα του σκοπευτή. Τους άλλους τους κάλυπτε ο τοίχος του κτίσματος. Σκέφθηκα προς στιγμή να κρυφτώ και εγώ πίσω από τον τοίχο. Αλλά δεν το έκανα αμέσως για να μην με περάσουν οι άλλοι για δειλό. Αυτόματα όμως με μία αυθόρμητη  αντανακλαστική κίνηση χωρίς καλά- καλά να το συνειδητοποιήσω μετακόμισα και καλύφθηκα και εγώ πίσω από τον τοίχο. Δεν πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και εκεί που ήμουν πρώτα έσκασαν οι σφαίρες από τις ριπές πυροβόλου όπλου. Είχα χωρίς να το καταλάβω καλά- καλά με την τελευταία αυθόρμητη κίνηση μου γλυτώσει από την εκτέλεση και τον θάνατο. Μαζί μας ήταν και ο Βασίλης Πα…….ους ή Λολο….της και αυτός από τον Άγιο Βασίλειο. Αυτός τα είχε καλά και με τους αντάρτες και με τους γερμανοτσολιάδες. Είχε δύο ταυτότητες. Μόλις κατάλαβε ότι πλησίαζαν οι Γερμανοί, έτρεξε γρήγορα και πέταξε την κουμουνιστική του ταυτότητα σε μια πατουλιά από σκίνα για να την κρύψει και να μην την βρούνε οι γερμανοί και μας εκτελέσουν όλους. Εγώ φοβήθηκα μήπως τον είδαν οι Γερμανοί και πάνε και ψάξουνε στα σκίνα και μας καθαρίσουν και μας μαζί με αυτόν.

Εκεί ήσαν ένα κοπάδι πρόβατα, τα οποία δεν ήσαν δικά μου. Πήρα ένα ραβδί και άρχισα να τα φυλάω. Όταν ήλθαν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί  εμένα με πλησίασε ένας ιταλός αξιωματικός και με ρώτησε, αν είμαι «παρτιζάν». Του είπα όχι και του έδειξα τα πρόβατα. Επειδή μου φάνηκε δύσπιστος, του έδειξα μετά αμέσως τις παλάμες των χεριών μου, που ήσαν γεμάτες μαύρες καρούλες (πετάλες ή φουσκάλες) από τις πολλές χειρονακτικές δουλειές, που έκανα κείνη την εποχή με το ξινάρι για  τα περιβόλια που είχαμε. Πείσθηκε ότι δεν ήμουν αντάρτης. Με πήρε όμηρο και με διέταξε να πάρω το καπίστρι από το άλογό του και να πηγαίνω εγώ πεζός μπροστά και αυτός επάνω στο άλογο.  Σε λίγο η στρατιωτική Φάλαγγα κατέβηκε από το βουνό και πήρε τον κοινοτικό δρόμο από Αγιοβασίλη για τις Κλένιες. Ότι φαινόταν  ύποπτο το  πυροβολούσαν αμέσως. Όταν φθάσαμε   κοντά σε μια ρεματιά, φάνηκαν κάτι σκυλιά που είχαν βγει από την σπηλιά του Ραντίτσα. Εκεί είχαν ρίξει οι Γερμανοί χειροβομβίδες μέσα στη σπηλιά και  είχαν σκοτώσει δύο Αγιοβασιλιώτες, τον Τσουτσουβή και τον Κουτσοσταμάτη και είχαν τραυματίσει και δύο πολύ γνωστούς μου. Τον δάσκαλο του χωριού  Γιαννάκη και τον Χρήστο τον Γκουβέλο (Παπαϊωάννου). Τους νόμισαν για αντάρτες και τους έριξαν χειροβομβίδα. Τα σκυλιά τους πρόδωσαν. Όταν είδα τον δάσκαλο τον Γιαννάκη να βογγάει από τον πόνο άφησα το καπίστρι από το άλογο του αξιωματικού Ιταλού και χωρίς να τον ρωτήσω με πολύ προσοχή πήγα και έδεσα τις πληγές του Δάσκαλου με το πουκάμισο μου για να σταματήσει να τρέχει το αίμα. Η στρατιωτική φάλαγγα είχε επιτάξει και πολλά άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια και τα είχε κοντά της. Με δική μου πρωτοβουλία πήρα ένα γαϊδουράκι που ήταν εκεί σταματημένο και ανέβασα τον δάσκαλο Γιαννάκη στο σαμάρι. Κοίταξα τον ιταλό αξιωματικό και του έκανα νόημα ότι έπρεπε να γυρίσω πίσω και να τον πάω στον Άγιο Βασίλη. Αυτός δεν αντέδρασε στα νοήματα μου και εγώ θέλοντας να βοηθήσω και  τον δάσκαλο του χωριού μας τόλμησα και ξεκίνησα να τον μεταφέρω πάνω στο γαϊδουράκι στο χωριό μας. Θυμάμαι ότι στο δρόμο πονούσε πολύ, βόγκαγε συνέχεια από τους πόνους και στην αρχή έτρεχε και το αίμα του στο χώμα. Μετά όμως λιγόστεψε. Όταν φθάσαμε στον Αγιοβασίλη τον περιποιηθήκαμε όσο ήταν δυνατόν.

Όταν πήγα στο σπίτι τους διηγήθηκα την ιστορία. Η γυναίκα μου Φώτο, που ήταν από πολύ πιστή οικογένεια του Γιάνκου Παπανδρέου,   μου είπε ότι είχε βάλλει τα παιδία και η ίδια και έκαναν μετάνοιες μπροστά στο εικονοστάσιο για να γλυτώσω από την εκτέλεση. Το σπουδαίο είναι ότι και την ώρα που πυροβολήθηκα στην Αγία Τριάδα  Στεφανίου τα τέσσερα παιδιά μου μαζί με την μητέρα τους έκαναν συνέχεια μετάνοιες και προσευχές για να γλυτώσω εγώ από  την εκτέλεση»

Ο γράφων το παρόν πόνημα ήταν τότε περίπου τριών ετών. Μου έχει μείνει θαμπά ακόμη στη μνήμη μου η σκηνή που κάναμε μετάνοιες και προσευχές μπροστά στο εικονοστάσι για να σώσουμε τον πατέρα μας. Η αδελφή μου Αγγελική (12 ετών), ο αδελφός μου Ντίνος ( 8 ετών), η αδελφή μου Βάσω (6 ετών) , εγώ, και η Μητέρα μου.

Πολλά χρόνια αργότερα επισκέφτηκα μαζί με τον Πατέρα μου τον δάσκαλο Γιαννάκη. Ήταν τότε διευθυντής στο δημοτικό σχολείο Παγκρατίου επί της οδού Πρατίνου. Κούτσαινε πάρα πολύ από τον τραυματισμό και εκεί άκουσα πάλι όλη την ιστορία του τραυματισμού του από την αρχή.

[1] Μπουγάς Ιωάννης,  Αθώων αίμα, εκδόσεις Πελασγός, 2016, β τόμος, σελ. 256.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ

 

 

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: