Γιάννης Κουτσούκος

Μαρτίου 10, 2017

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΤΡΩΓΛΗ.ENA KEIMENO ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΤΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ 1957

Filed under: Λογοτεχνία — Γιάννης Κουτσούκος @ 9:40 μμ

ENA KEIMENO ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΤΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ 1957, ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΟ ΜΕ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟ, ΟΠΩΣ ΓΡΑΦΑΜΕ ΤΟΤΕ.

ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. ΣΕ ΣΤΥΛ ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ.

Περιλαμβάνεται στο νεο βιβλιο μου ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΕΖΟΓΡΑΦΔΗΜΑΤΑ

Εὑρισκόμεθα στην 28η τοῦ Σεπτέμβρη, ἡμέρα Σάββατο, συνεπῶς καὶ ἀποφαάδα. Ὁ ὕπνος μὲ παραπῆρε τόσο, ὥστε μόλις στὶς ὀχτώ παρὰ τέταρτο μπόρεσα νὰ πεταχτῶ κατσουφιασμένος ἀπὸ τὸ ζεστό πάπλωμά μου μὲ μισάνοιχτα μάτια.
Τὸ δωμάτιό μου εὑρίσκεται στὴν ὁδὸ Περιάνδρου… Χ. Σ’ ἕνα παλαιὸ καὶ πολυκατοικημένο καὶ πεδεμένο σπίτι. Θέλετε νὰ μάθετε τὶς διαστάσεις του; Μὴ βιάζεσθε, ἀρχίζω νὰ σᾶς πληροφορῶ: 2Χ1,5 μέτρα καὶ ὕψος μέχρι τριάμυση μ. Μὶα τρώγλη πραγματικὴ ποὺ ἄν ἦταν ἄλλος στὴ θέσι μου θἆχε φύγη ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή. Ἄν δὲ τὴν ἔβλεπε ὁ Ντοστογιέφσκυ θὰ τὴν νόμιζε γιὰ τὴν δική του ποὖχε στὴν Πετρούπολι. Ἔχει ἕνα παράθυρο πρὸς βορρᾶ μὲ κάτι μεγάλες χαραμάδες ποὺ ἀφήνουν νὰ εἰσέρχεται πεπιεσμένο τὸ κρύο γιὰ νὰ περονιάζη τὰ κόκκαλα. Τὰ παραθυρόφυλλα μόλις καὶ μετὰ δυσκολίας μπορεῖς να τα κρατήσης κλειστά. Με τὴν πρώτη θύελλα ἀνοιγοκλείνουν καὶ βροντοῦν σὰν δαιμονισμένα, ποὺ νομίζεις πώς βρίσκεται στὴν εἴσοδο τῆς Ἀχερουσίας καὶ βαδίζεις ὁλοταχῶς γιὰ τὰ Τάρτατα. Τὸν νότιο τοῖχο τὸν κατέχει ὅλον μιὰ μεγάλη καφέ πόρτα μὲ μισοσάπια σανίδια κι ἀπὸ τὴ μέση κι’ ἐπάνω χωρίς τζάμια. Εἶναι βλέπετε τὸ νέο μοντέλλο 57, γιὰ ν’ ἀερίζωνται τὰ δωμάτια. Δὲν πιστεύω νὰ φαντασθήκατε ὅτι ἔτσι τὴν ἔφτιαξε ὁ μαραγκός. Ὄχι. Κάθε ἄλλο. Ἀπὸ τὰ πολλά… κτυπήματα ποὺ δέχθηκε ὅταν ἦταν νὲα, τώρα ποὺ γέρασε ἡ κακομοίρα ἔγινε ἀντιγριππική! Εἶναι ἀρκετὸ νὰ σᾶς πῶ, πῶς γιὰ σύρτια καὶ κλειδωνιὲς ἔχει πρόκες γυρισμένες καταλλήλως, ὥστε νὰ κάμουν ὁλόκληρη περιστροφική κίνησι, χορεύοντες τὸν καρνιβάλειον οἱ καϋμένες.

Προχθές ἦλθαν δύο συμμαθηταί μου γιὰ «ἐπίσκεψι». Ἀναγκάσθηκα νὰ δεχθῶ πρῶτα τὸν ἕνα, κι’ ὅταν ἔφυγε αὐτὸς τὸν ἄλλο. Ξέρετε γιατί; Ὄχι γιὰ νὰ μὴ μὲ δῆ ἡ σπιτονοικοκυρά μου καὶ μοῦ πῆ «ὅτι τὸ πέρασα καφφενεῖο», ἀλλὰ γιατί δὲν χωράει τρεῖς. Καὶ μόνο αὐτό; Ἔτσι μ’ ἐκεῖνα τὰ πρωτοβρόχια ἔγιναν παπί οἱ κακόμοιροι οἱ συμμαθητάδες μου ποὺ περίμεναν μὲ τὴ σειρά.
Τὶ νὰ γίνη; Ἔτσι τὄθελεν ἡ μοῖρα.
Μὰ θὰ μοῡ πῆτε: Τὶ σὲ πειράζει ἄν εἶναι στενό; Ἐσὺ μαθητὴς εἶσαι, ἕνας ἄνθρωπος. Ἀφοῦ ἔχεις ἡσυχία τὶ τὰ θέλεις τὰ εὐρύχωρα δωμάτια; Φτάνει νὰ μπορῆς νὰ διαβάζης.
Σωστά, δὲν φέρνω ἀντίρησι… Τὶ εἴπατε, ἡσυχία; Ἄ, ξέχασα, ἀπόλυτον ἡσυχία! Λες καὶ βρίσκομαι μέσα σὲ κανένα ἐργοστάσιο, ἤ καλλίτερα σε… τρελλοκομεῖο!
Δίπλα κάθεται κὰποιος κύριος. Φοράει καὶ κολάρο. Ἕνας τοῖχος μᾶς χωρίζει. Αὐτός ἔχει τρία δωμάτια κ’ εἶναι ἕνας μόνο. Ἔ, μὴν κοιτᾶς εἶναι κύριος μὲ γραβάτα, ἐνῶ ἐγώ εἶμαι παληομαθητής! Ἔχει κι’ ἕνα ραδιόφωνο ποὺ τοῦ ἀλλάζει τὰ φῶτα. Ἀπ’ τὸ πρωί μόλις ξυπνήση, στὶς πεντέμισυ ἕως τὸ βράδυ στις ἐντεκάμισυ δὲν τ’ ἀφήνει νὰ πάρη οὔτε ἀνάσα, οὔτε τσάϊ, οὔτε γεῦμα, οὔτε δεῖπνο τὸ καϋμένο το ραδιόφωνο. Πιάνει ὅλο ἡπειρώτικα καὶ ἀρχίζει νὰ τὰ τραγουδᾶ κι’ αὐτὸς. Νομίζει πῶς εἶναι καλός τραγουδιστής καὶ σκούζει, οὐρλιάζει γιὰ νὰ τὸν πενέψω. Ἄν τὸν ἀκούσετε, σίγουρα θὰ σᾶς ἔρθει ναυτία. Τώρα τελευταῖα πῆρε καὶ πικάπ καὶ τὰ «φτωχόπαιδα» γιὰ ν’ ἀκούγεται πιὸ δυνατά καὶ νὰ ζηλεύει ἡ γειτονιά.
Κάποτε τοῦπα νὰ τὸ κλείση καὶ ξέρετε τὶ μοῦπε; «Εἶμαι ἄντρας καὶ τὸ κέφι μου θα κάνω… κι’ ἀν θέλεις να διαβάσης νὰ πᾶς στο σπίτι σου, ἐγώ πληρώνω καὶ γλεντάω, ὁ νόμος μοῦ τὸ ἐπιτρέπει». Πάρτονε στὸ γάμο σου νὰ σοῦ πῆ καὶ τοῦ χρόνου. Ἄν εἶναι ἄνθρωπος αὐτός μὲ συναίσθησι, ἐγώ χάνω τὰ πάντα. Καὶ τὸ χειρότερο, ἔμαθα πὼς εἶναι συνταξιοῦχος διευθυντὴς τῆς…. Δὲν σᾶς τὸ λέω γιατὶ θὰ φρίξετε.
Ἄντε διάβασε τώρα μὲ τέτοιες περιστάσεις. Σήμερα τὸ πρωΐ στὶς ἐννέα τὸν συνήντησα στὴν ἀγορά. «Νὰ λέω, τώρα θἆναι ἡσυχία στὸ σπίτι. Ἔτρεξα νὰ διαβάσω τὴν εἰσαγωγή τοῦ Πλάτωνος, γιατὶ ὁ μπάρμπα-Γιάννης ὁπωσδήποτε θὰ μὲ σήκωνε.
Ἔνοιωθα κάποια ἰκανοποίησι καὶ χαρά, διότι θἄχα μιὰ ὥρα ἥσυχο τὸ κεφάλι μου.
Ἀλλά ξέρετε τὶ εἶχε κάνει τὸ τέρας; Ποῡ νὰ πάη ὁ νοῦς Σας: Εἶχε ἀφήσει το ραδιόφωνο ἐπίτηδες ἀνοικτό. Τὸ αἶμα μου ἀνέβηκε στὸ κεφάλι. Ἄρχισα να τρέμω. Εἰδοποίησα ἀμέσως νευρικά τὴ σπιτονοικοκυρά μου νὰ το κλείση. Ἤξερα βέβαια ὅτι εἶχε τὰ κλειδιά τοῦ δωματίου του.

– Τὶ λὲς ἀνόητε, μοῦ λέει, ἐσένα θ’ ἀκούσω ἕναν μαθητή, ἤ τὸν κ. Διευθυντήν; Μοῡ ἄφησε διαταγὴ καὶ μ’ ἀπείλησε ὄχι μόνο νὰ μὴν τὸ κλείσω ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸ χαμηλώσω διόλου!
Ἄλλο τέρας τετράποδο. Ἔπειτα ἄρχισα νὰ τὴν παρακαλῶ καὶ ὅσο ἐγὼ μαλάκωνα τόσο αὐτὴ μὲ θύμωνε.
– Ὄχ καϋμένε, ξανάπε, ὁ ἀδελφός μου ὅταν πήγαινε στο γυμνάσιο, κεῑνα τὰ χρόνια, μποροῦσε νὰ διαβάζη μέσα στὸ βαγγενοποιεῖον τοῦ μπαμπά μου, καὶ σὺ ποῦ ἀκοῦς καὶ μουσική; Φαντάζομαι τὶ ξεροκέφαλος θἆσαι! Νὰ διαβάζης τὶς ὧρες ποὺ δὲν τὸ βάζει!!!
Δεν μπόρεσα να βαστήξω άλλο. Κάθε σεβασμός ἐξέλειπε. Τὸ δίκηο μ’ ἔπνιξε. Γιὰ μιὰ στιγμὴ σκέφθηκε να βουτήξω τὸ σάρωμα καὶ νὰ τῆς τὸ φορέσω γιὰ ὀμπρέλλα. Ἀλλὰ πάλι κρατήθηκα «Τὶς ὧρες ποὺ δὲν τὸ βάζει» μοὔλεγε ἡ ἀθεόφοβη! Άφοῦ εἶναι ἀπὼν καὶ τὄχει ἀνοικτό!!!
Γύρισα να φύγω. Εἶχα γίνει ἔξω φρενῶν. Προχωροῦσα μηχανικά, νευριασμένα. Ξαφνικά κάποιο χέρι μ’ ἔσφιξε ἀπ’ τὸ σακκάκι καὶ μὲ τράβηξε πίσω μ’ ἀπότομη νευριασμένη κίνησι. Ἦταν ἡ ἴδια:
– Νὰ φέρης κι’ ἄλλα δυὸ μηνιάτικα ἀκόμη, μοὖπε σοβαρά. Ἐμεῖς ἐδῶ ὅταν νοικιάζομεν σπίτι πέρνουμε μπροστά τρία γιὰ νὰ βάλουμε μέσα τὸν νοικιάρη κι’ ὄχι ἕνα ποῦ ἔδωσες ἐσὺ. Ἀλλοιῶς θὰ σὲ διώξω καὶ θὰ τὸ μετανοιώσεις. Ποῦ μπορεῖς νὰ βρῆς τέτοιο δωμάτιο;
Τὴν κοίταξα κατάματα. Νόμιζα πὼς ἀστειευότανε. Ὅταν ὅμως εἶδα μιὰ σοβαρή ἔκφρασι ἔσκασα τα γέλια. «Θὰ μὲ κάνη νὰ πιστέψω, σκέφθηκα, ὅτι ἡ τρώγλη μου εἶναι τόσο καλὴ ὥστε δὲν βρίσκεται πουθενά… Ἄκου ἀνέδεια. Ζητάει λεπτά τὴ στιγμή ποὺ ἀπ’ ὅτι ἔχω διαβάσει τρεῖς ἡμέρες δῶ μέσα δὲν ἔχω πάρει λέξι. Τὶ τέρας!…

Πῆγα και ξάπλωσα στὸ δωμάτιό μου. «Ὤ κοινωνία, σκέφθηκα, πρόστυχη κοινωνία με τους ἀνθρώπους ποὺ βαστᾶς. Πῶς μπορεῖς καὶ τοὺς ὑπομένεις. Ψεύτη κόσμε εἶσαι γεμᾶτος ὑποκρισία καὶ συμφέρον. Ὄτι πράτεις τὸ κάμεις μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ὑπηρετήσης το πρόστυχο ὑποκείμενό Σου. Ἄλλον ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου δὲν γνωρίζεις. Οἱ τόσες κακίες ποὺ σοὔχουν φορτωθῆ δὲν σ’ ἀφήνουν νὰ δῆς ἐκεῖνον ποὺ ὑποφέρει γιὰ μιὰ ἰδέα. Ὄχι μόνο δὲν τὸν βλέπεις καὶ δὲν τὸν βοηθεῖς ἀλλὰ τοὐναντίον κάνεις το κέφι Σου μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τόν ἀδικῆς. Ἄν ἤτανε ἀκόραστε ἄνθρωπε νὰ σοῦ προσφέρη κάποιος χρήματα τόσο πολλὰ καὶ σοὔλεγε νὰ βλάψης καὶ αὐτὸ τὸ σπλάχνο σου, εἶμαι ὑπερβέβαιος ὅτι θὰ τὸ ἔκανες ἱκανοποιούμενος. Καὶ δὲν θὰ τὄκανες ἀπό ἀνάγκη, διότι τὰ ἰδικά σου χρήματα θὰ σὲ ἤρκουν διὰ τὸν βίον σου, ἀλλά διὰ νὰ ἀποκτήσης περισσότερα καὶ νὰ ἱκανοποιήσης τὴν ἀκολασίαν Σου.
Καὶ σὺ συνταξιοῦχε ἐπειδὴ σοὔδωσε κάποια θέσι ἡ πολιτεῖα άδικεῖς, καταπατεῖς δίκαιο, σκούζεις, οὐρλιάζεις, ἱκανοποιεῖς φιλοδοξίας καὶ μωρὰς ἐπιθυμίας καὶ λὲς «πὼς εἶσαι ἄντρας καὶ τὸ κέφι σου θὰ κάνης». Ποῦ φθάσαμε λοιπόν; Κοινωνία ἀνθρώπων εἶναι τοὺτη ἤ κἄτι ἄλλο;
Νἄκαμαν τὰ κέφια τους ἀγράμματοι ἄνθρωποι κάπως δικαιολογεῖται, ὄχι ὅμως καὶ οι κ. διευθυνταὶ ποὺ θέλουν νὰ λέγονται μορφωμένοι καὶ οἱ ὁποῖοι δίδουν παράδειγμα. Τὶ ἤθελε αὐτὸς ὁ κομήτης «’Αρὲντ-Ρολάν» καὶ άπομακρύνθηκε; Δὲν ἔπεφτε νὰ μᾶς κάνει σκόνη!…

Μέχρι εδῶ σταμάτησα. Δὲν μπόρεσα νὰ σκεφθῶ καὶ νὰ φιλοσοφήσω ἄλλο. Πάντως ἔβλεπα τὴν κοινωνία μὲ μιὰ τέτοια περιφρόνησι καὶ τὴν θεωροῦσα τόσο γελεῖα και μηδαμηνή, ποὺ ἡ πένα δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐκδηλώση. Τὰ μὰτια μου θόλωσαν, τὰ μελίγκια μου πονοῦσαν, ὑπόφερα πολὺ, διότι εἶχα αἰσθανθεῖ τόσο βαθειὰ ἕνα σημερινό κατάντημα τοῦ ἀνθρώπου. Σκεφτόμουνα ἔπειτα. Ἆραγε ἄν ἄκουγε κάποιος αὐτές τὶς σκέψεις μου θὰ τὶς παραδέχετο; Ἀσφαλῶς ναὶ. Έὰν βεβαίως δὲν ἦτο μέλος τοῦ τρελλοκομεὶου. Ἡ ψυχὴ μου εἶχε μια ὄρεξι γιὰ συγκίνησι. Τόση ποὺ ποτέ σας δὲν θὰ φαντασθῆτε. Καὶ εἶμαι ἀρκετά εὐαίσθητος. Φτάνει ν’ άδικηθῶ ἔστω καὶ γιὰ λίγο καὶ νὰ μὴν σταματήσω τὰ δάκρυα. Μ’ ἀρέσει ξέρετε ν’ αδικοῦμαι ἀπό το τελλοκομεῖο τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς ποὺ δὲν καταλαβαίνι ὅτι μ’ ἀδικεῖ καὶ «κάνει τὸ κέφι του!…». Αὐτὸ μοῦ φέρνει πόνο κι ὁ πόνος ἀνακούφισι κι’ ἐλπίδα. Ἐ τὶ νὰ γίνη εἶμαι εὐαίσθητος.

Ἀλλὰ φτάνει μέχρι δῶ. Εἰς ἄλλο φύλλο θὰ σᾶς πῶ γιὰ τὸν ἐξάψαλμο ποῦ μοῦ περνάει κάθε πρωΐ ἡ σπιτονοικοκυρά μου!
ΓΙΑΝΚΟΣ

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ
ΟΡΓΑΝΟΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ
Κυριακή 20 Οκτωβρίου 1957

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: