Γιάννης Κουτσούκος

Σεπτεμβρίου 8, 2012

ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΨΙΔΑ ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ.

Filed under: Θεολογία,Μεταβυζαντινή τέχνη — Γιάννης Κουτσούκος @ 2:05 μμ


ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΨΙΔΑ ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ.

Γιάννη Κουτσούκου

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Κουτσούκου με τον τίτλο Μεταβυζαντινές τοιχογραφίες στο Ναό της Ζωοδόχου Πηγής στον Αγιο Βασίλειο Κορινθίας, Ιούλιος 2012. Κωδικός βιβλίου εθνικής βιβλιοθήκης ISBN 978-960-93-4289-6. Οι παραπομπές των τοιχογραφιών του κειμένου αναφέρονται στο πιο πάνω βιβλίο και όχι στο παρόν κείμενο.

Ο προφήτης Μιχαίας

Στην αψίδα της οροφής και πάνω από την παράσταση του θρόνου υπάρχει η εικόνα του προφήτη Μιχαία, ενός από τους δώδεκα λεγομένους μικρούς προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης (δεύτερο μισό του 8ουαι. π. Χ.). Ο προφήτης παριστάνεται όρθιος και ανυπόδητος, με μακριά μαλλιά και μακριά γένια, κρατώντας στο δεξί του χέρι ένα ανοιγμένο ειλητάριο -με δυσδιάκριτο κείμενο-, το μήκος του οποίου φθάνει περίπου μέχρι το έδαφος. Το αριστερό του χέρι είναι ανυψωμένο, σε στάση δεήσεως μπροστά από το στήθος του. Η εικόνα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Η λέξη Μιχαίας είναι γραμμένη με έψιλον αντί του σωστού με τον δίφθογγο άλφα γιώτα (εικ. 14,). Η εικονογράφηση του Μιχαία δεν είναι τυχαία, αλλά έχει νοηματική σχέση με τα διαδραματιζόμενα στη

τοιχογραφία της Αποκάλυψης, καθώς και ο Μιχαίας στις προφητείες του προλέγει -όπως και η Αποκάλυψη- θλίψεις, καταστροφές, πληγές, οδύνες και πείνα.[1]

Στον Μιχαία διακρίνεται η επίδραση που ασκούσε η τεχνική των φορητών εικόνων στο έργο των τοιχογραφιών του Δημητρίου Κακαβά. Διακρίνονται επίπεδα φωτεινής σαρκός και σκοτεινού προπλασμού σε όλα τα μέρη του σώματος που δεν καλύπτονται από ενδύματα, με αποτέλεσμα να υπάρχει στα τμήματα αυτά ισχυρή αντίθεση φωτεινών και σκοτεινών μερών χωρίς την διαμεσολάβηση ενδιάμεσων τόνων.[2] Η τεχνική αυτή των φορητών εικόνων και στις τοιχογραφίες παραπέμπει στο ρεύμα της εποχής του τέλους του 16ου αι. και των αρχών του 17ου (Άγγελος ο Κρής, Ανδρέας Παβίας) και είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της τέχνης του Δημητρίου Κακαβά και γενικότερα της οικογενείας Κακαβά. Αποτέλεσμα της τεχνικής αυτής είναι ο φωτισμός του προσώπου με δέσμες φωτός, κυρίως κάτω από τους βολβούς των ματιών και στο μέτωπο. Φέρει εσωτερικά τον ποδήρη χιτώνα σε χρώμα λαδί, ο οποίος εξέχει και διακρίνεται τμήμα του μόνο κοντά στα πόδια και στον αριστερό ώμο, καθώς και στο αριστερό του χέρι .Ο χιτώνας έχει ευθύγραμμες λευκές πτυχώσεις στο τμήμα των ποδιών και καμπύλες στο τμήμα του ώμου, ενώ το ιμάτιο έχει χρώμα πορφυρό και γκριζοπράσινες αποχρώσεις με καμπυλωτές άσπρες πτυχώσεις. Χαρακτηριστική είναι η πλαστικότητα των πτυχώσεων που ακολουθεί τις κινήσεις και την όλη στάση του σώματος. Οι αναλογίες του σώματος του προφήτη είναι αρμονικές. Η όλη στάση του προδίδει σεμνότητα, πραότητα και μια τάση υπερβατικότητας προς το θείον, η οποία αποπνέει σεβασμό. Η ψιλόλιγνη μορφή του είναι τοποθετημένη σε πρώτο εικονιστικό επίπεδο με στακτοπράσινο βάθος το οποίο διακόπτεται από επιφάνεια χρώματος λαδί.

Εικόνα 14 : Ζωοδόχος Πηγή Αγίου Βασιλείου Κορινθίας. Ο προφήτης Μιχαίας  στο νοτιοανατολικό τμήμα της αψίδας.

Η Μεταμόρφωση του Χριστού

Σε πολύ καλή κατάσταση διατηρείται, επίσης, η παράσταση της Μεταμόρφωσης του Χριστού, άνω αριστερά και εξωτερικά του ένθρονου Χριστού, στον δυτικό τοίχο του ναού. (εικ. 15). Μέσα σε έντονα και εξαίσια χρώματα ο Χριστός ολόσωμος και ανυπόδητος, σε μετωπική στάση παρουσιάζεται με φωτεινό ιμάτιο και περιβάλλεται σε όλο του το σώμα από μια ωοειδή νεφέλη, η οποία κάνει αισθητή την παρουσία του Θαβωρείου άκτιστου φωτός. Πρόκειται για την φωτεινή νεφέλη που επισκίασε τους παρισταμένους κατά την Μεταμόρφωση προκρίτους μαθητές και τους προφήτες Ηλία και Μωυσή.[3] Με το δεξί του χέρι υψωμένο και στραμμένο προς τον προφήτη Ηλία ευλογεί, ενώ στο αριστερό χέρι φαίνεται ότι κρατάει ένα μικρό διπλωμένο ειλητάριο. Δεξιά του εντοπίζεται ολόσωμος -επίσης ανυπόδητος- ο προφήτης Ηλίας, ο οποίος παριστάνεται να ατενίζει ευλαβικά και κατανυκτικά, με καρτερία προς το πρόσωπο του Χριστού. Υποκλείνεται με τα δύο του χέρια ανοικτά σε στάση ικετευτική. Πάνω από το κεφάλι του διακρίνεται επιγραφή με την φράση Ο ΠΡΟ-ΦΗΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ, όπου η λέξη ΗΛΕΙΑΣ είναι ανορθόγραφη και τοποθετείται σε αρκετή απόσταση δεξιότερα της λέξεως προφήτης . Αριστερά του Χριστού βρίσκεται ο Μωυσής, όπως δηλώνει και η λέξη ΜΩΗ πάνω και αριστερά από την μορφή του Χριστού. Οι τρείς πρόκριτοι μαθητές Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης, που ήταν παρόντες στη Μεταμόρφωση, βρίσκονται κάτω από τη σύνθεση με το Χριστό, αν και λόγω φθοράς δεν είναι ευδιάκριτοι.[4].

Τόσο η μορφές του Χριστού, όσο και του προφήτη Ηλία φέρουν εσωτερικά χιτώνα και εξωτερικά ιμάτιο. Ο χιτώνας του Χριστού έχει διάφορες αποχρώσεις του καστανόφαιου χρώματος, με λευκές ευθύγραμμες ραβδώσεις και καστανόχρωμες πτυχώσεις, οι οποίες είναι καμπύλες στο δεξί χέρι και στο στήθος και ευθύγραμμες στο τμήμα των ποδιών, όπου είναι ορατός ο χιτώνας. Το ιμάτιο του Χριστού έχει πτυχώσεις σε διάφορες αποχρώσεις του ρόδινου, το οποίο είναι το κυρίαρχο χρώμα με διάφορες παραλλαγές, αλλά και μεγάλες φωτεινές επιφάνειες με την χρησιμοποίηση διάχυτου φωτισμού με λεπτές ή έντονες παράλληλες γραμμές (ψιμμυθιές). Ο τρόπος αυτός δημιουργίας φωτισμού είναι χαρακτηριστικός της τεχνικής του τοιχογράφου Δημητρίου Κακαβά.[5] Κατά την ηλεκτρονική ανάλυση της χρωματικής κλίμακας διακρίνονται στο ιμάτιο του Χριστού πολλές τέτοιες λευκές αλλά και αχνές πράσινες ψιμμυθιές. Με το συνδυασμό αυτό των χρωμάτων και αποχρώσεων ο τοιχογράφος θέλει να εκφράσει την αναφορά των ευαγγελιστών σχετικά με τα ιμάτια του Χριστού την στιγμή της μεταμόρφωσης, ότι δηλαδή έγιναν «στιλβοντα, λευκά λίαν ως χιών, οία γναφεύς επί της γής ού δύναται λευκάναι»[6] ή «τα ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φώς». Η μορφή του Χριστού είναι ψιλόλιγνη, με μικρό σχετικά κεφάλι, λεπτό και ψιλό σώμα με ψιλά πόδια και κοντό ώμο, στοιχεία που είναι χαρακτηριστικά του ύφους της σχολής Κακαβά.[7] Ο χιτώνας του προφήτη Ηλία έχει σκούρο καστανόφαιο χρώμα με πράσινες ζώνες, το δε ιμάτιο του σχηματίζεται από εναλλασσόμενες ζώνες του έντονου πράσινου και αποχρώσεις του κίτρινου, οι οποίες ζώνες εμφανίζονται ως παχιές εναλλασσόμενες πτυχώσεις των δύο αυτών βασικών χρωμάτων. Η πτυχολογία των ενδυμάτων στην σύνθεση αυτή είναι πλούσια, οι μορφές είναι ενδεδυμένες με χιτώνα και ιμάτιο σε διαφορετικά χρώματα και η απόδοση της πτυχολογίας γίνεται με τη παράθεση αποχρώσεων του βασικού χρώματος. Επίσης, στο σημείο αυτό το βάθος της σύνθεσης παραμένει λιτό χωρίς προσθήκη αρχιτεκτονικών στοιχείων. Η μορφές του Χριστού και του προφήτη Ηλία διαγράφονται ανάλαφρες, τοποθετημένες στους λοξότμητους βράχους με οξύληκτες επιφάνειες. Όλα αυτά τα εικαστικά στοιχεία είναι δηλωτικά της τεχνοτροπίας του Δημητρίου Κακαβά και παρουσιάζονται και σε άλλες τοιχογραφίες του.[8]

Εικόνα 15: Ζωοδόχος Πηγή Αγίου Βασιλείου Κορινθίας. Η Μεταμόρφωση του Χριστού στον νοτιοδυτικό τοίχο του ναού. Λεπτομέρεια χωρίς  τον Μωυσή και τους τρεις πρόκριτους  μαθητές. Από τον Μωυσή μόλις διακρίνεται επάνω δεξιά το κεφάλι του. Οι τρείς μαθητές ευρίσκονται στο κάτω μέρος της τοιχογραφίας και δεν διακρίνονται, διότι η τοιχογραφία στο σημείο αυτό έχει υποστεί μεγάλη φθορά. Η εικονογράφηση των έξ τον αριθμό προσώπων στην παράσταση της Μεταμόρφωσης σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία και τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό,[9] έχει το πιο κάτω νόημα. Κατά την Μεταμόρφωση έχουμε συνάντηση του Κτιστού και του Ακτίστου. Το Άκτιστο είναι η φανέρωση της Αγίας Τριάδος με τον Πατέρα, ο οποίος εκφράζεται μέσα από τη φωνή ούτος εστί ο υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα αυτού ακούετε, το Άγιο Πνεύμα, που φσνερώνεται ως φωτεινή νεφέληκαι τον μεταμορφούμενο Χριστό-τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο- ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Το Κτιστό είναι όλοι οι άλλοι παριστάμενοι, δηλαδή οι τρείς Απόστολοι έκ της γης,-ως εκπρόσωποι των ζώντων-, ο Ηλίας ως- εκπρόσωπος του ουρανού- και τέλος ο Μωυσής ως εκπρόσωπος των νεκάδων (νεκρών).

  
Η προσευχή του Ιωακείμ και της Άννας.

Η παράσταση αυτή, που τοποθετείται πάνω από τη σκηνή της Μεταμόρφωσης και εκτός του ένθρονου Χριστού, στην αψίδα της οροφής του ναού, παριστάνει τους γεννήτορες της Θεοτόκου από κοινού, σε στάση προσεχής για την άρση της ατεκνίας τους (εικ. 16). Μεγάλο τμήμα της εικόνας διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Ο Ιωακείμ είναι ανυπόδητος και καθισμένος σε βράχο, στηρίζοντας το σαγόνι του στην παλάμη του αριστερού χεριού του. Η προσοχή του είναι στραμένη προς ένα πτερωτό άγγελο που υπερίπταται, δείχνοντας με το δεξί του χέρι προς το μέρος του Ιωακείμ. Ο Ιωακείμ φέρει στο κεφάλι του φωτοστέφανο και έχει κοντά μαλλιά με μικρό γένι (εικ. 16).

Η Αγία Άννα στέκεται όρθια, κοντά σε ένα πηγάδι με το σώμα της σε μετωπική σχεδόν στάση, κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι της προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Κατά πάσα πιθανότητα στρέφεται προς ένα άλλο άγγελο, άνω αριστερά της. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, η τοιχογραφία έχει καταστραφεί και δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί η  ύπαρξη ή μη του αγγέλου. Με το αριστερό της χέρι ανυψωμένο και ανοικτές τις παλάμες της δείχνει προς την ίδια πλευρά που κοιτάει η ίδια. Το δεξί της χέρι κατεβασμένο δείχνει με ανοιχτή την παλάμη προς το μέρος του Ιωακείμ. Ο συνδυασμός της στάσεως των χεριών της με τις ανοικτές παλάμες και η όλη στάση του σώματος της εκφράζουν μία ικετευτική στάση προσευχής, καρτερίας και αναμονής. Ο Ιωακείμ περιβάλλεται από μία ωοειδή νεφέλη με βασικό χρώμα την πράσινη ζεστή απόχρωση της ώχρας. Καινοτομία στη σύνθεση αυτή θεωρείται το γεγονός ότι όλη η επιφάνεια της νεφέλης έχει εμπλουτισθεί με φυτική διακόσμηση. Ο Ιωακείμ φέρει εσωτερικά χιτώνα και εξωτερικά ιμάτιο. Από τον χιτώνα φαίνεται μόνο ένα μικρό τριγωνικό τμήμα κοντά στο δεξί του πόδι, στο στήθος και σε όλο το δεξί του χέρι. Το υπόλοιπο σώμα του καθώς και όλο το αριστερό του χέρι καλύπτεται από το ιμάτιο.

Εικόνα 16: Ζωοδόχος Πηγή Αγίου Βασιλείου Κορινθίας. Η προσευχή του Ιωακείμ και της Άννας στο νοτιοδυτικό τοίχο. (Σύγκρινε και με τις εικόνες 17 και 18)

Ο χιτώνας είναι φαιοπράσινος, η δε πτυχολογία του σχηματίζεται με έντονες λευκές πυκνές γραμμές, που σχηματίζουν καμπύλες ή γωνίες ανάλογα με την στάση της μορφής. Το ιμάτιο είναι σκούρο καστανό οι δε πτυχώσεις σχηματίζονται και εδώ από λευκές καμπύλες ή ευθύγραμμες ραβδώσεις έτσι ώστε να προσδίδουν μία πλαστικότητα στην ενδυματολογία της μορφής. Η Άννα φέρει

φαιοπράσινο χιτώνα με αχνές πλατειές λευκές ραβδώσεις, το δε ιμάτιο της αποτελείται από αποχρώσεις του ιδίου βασικού χρώματος του χιτώνα, αλλά με ρόδινες πλατιές πτυχώσεις.

Χαρακτηριστικά της τεχνικής του Δημητρίου Κακαβά εντοπίζονται και σε αυτή την σύνθεση. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι η ισχυρή αντίθεση φωτεινών και σκοτεινών μερών στις μορφές, κυρίως στο πρόσωπο του Ιωακείμ και στα γυμνά μέρη του σώματος του. Η αντίθεση γίνεται χωρίς τη μεσολάβηση ενδιαμέσων τόνων. Το λαϊκό στοιχείο στην τοιχογραφία εισάγεται με την εικονογράφηση μιας φυτικής διακόσμησης μέσα στην νεφέλη που συμβολίζει το ολόσωμο φωτοστέφανο του Ιωακείμ. Η ανάμειξη των μορφών με φυτικό διάκοσμο αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των λεγομένων λαϊκών ζωγράφων του 17ου αιώνα, στους οποίους ανήκει και ο Δημήτριος Κακαβάς, και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την αυστηρότητα της τέχνης του 16ουαιώνα.[10] Στη παράσταση αυτή δεν διακρίνεται κάποια επιγραφή.

Εικόνες 17 και 18: Ο Ιωακείμ και η Άννα στο παλαιό καθολικό της μονής Φανερωμένης Χιλιομοδίου.

Το ίδιο θέμα έχει εικονογραφηθεί και σώζεται και στο Καθολικό της παλιάς Μονής Φανερωμένης (Παληομονάστηρο) Χιλιομοδίου. (εικ. 17, 18). Εκεί, ωστόσο, εντοπίζεται επιγραφή, που επιβεβαιώνει τα ονόματα των αγίων και την παράσταση της προσευχής του Ιωακείμ και της Άννας. Οι δύο άγιοι στο Παληομονάστηρο είναι εικονογραφημένοι στο δυτικό μέρος χωριστά, σε διαφορετικό τοίχο, η μία μορφή απέναντι στην άλλη.[11] Η σύνθεση του Ιωακείμ στο Παληομονάστηρο Φανερωμένης είναι σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή της Ζωοδόχου Πηγής στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας και διαφέρει μόνο στα χρώματα. Στη σύνθεση της Άννας διαπιστώνεται η ύπαρξη τόσο του αγγέλου (που έχει καταστραφεί στην Ζωοδόχο Πηγή) όσο και του πηγαδιού, ενώ διαφέρει μόνο η στάση του σώματός της και τα χρώματα της μορφής της. Σχετικά με τον αγιογράφο στο Παληομονάστηρο της Φανερωμένης Χιλιομοδίου, όπου δεν έχει ανευρεθεί επιγραφή με το όνομα του τοιχογράφου, υπάρχει σοβαρή και πειστική εικασία που οδηγεί στο εργαστήρι της ναυπλιώτικης μάλιστα αγιογραφικής Σχολής των Κακαβάδων. Την εικασία αυτή ενισχύει, μάλιστα το γεγονός ότι στο παλαιό καθολικό της Φανερωμένης εργάστηκαν οι δύο αδελφοί Μαρίνης και Δημήτριος Κακαβάς μετά το Ροεινό και μετά το εξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου της Κλένιας δηλ. μετά το 1593. Είναι εξακριβωμένο από σωζόμενη επιγραφή ο Δημήτριος Κακαβάς διακόσμησε ότι μόνος την Αγία Μαρίνα Φανερωμένης το 1607). Συνεπώς, η ομοιότητα των τοιχογραφιών του Ιωακείμ και της Άννας μεταξύ παλαιού καθολικού Φανερωμένης Χιλιομοδίου και Ζωοδόχου Πηγής Αγίου Βασιλείου Κορινθίας παραπέμπουν με την ίδια σοβαρή και πειστική εικασία στο γνωστό εργαστήρι των Κακαβάδων.[12]

Η παράσταση των αγγέλων.

Κάτω από τον προφήτη Μιχαία, στον ανατολικό τοίχο του ναού διακρίνεται παράσταση με ομάδα αγγέλων. Η τοιχογραφία αυτή είναι κατεστραμμένη και σώζεται μόνο η λεπτομέρεια με τους έξι αγγέλους. Οι άγγελοι κοιτούν προς ανατολάς, όπου απεικονίζεται μία ανθρώπινη ύπαρξη που φέρει φωτοστέφανο στο κεφάλι εκπέμποντας, συγχρόνως, ακτίνες φωτός από το σώμα της. Η καταστροφή της τοιχογραφίας αυτής δεν επιτρέπει την εξαγωγή περαιτέρω συμπερασμάτων (εικ. 19α, 19β).

Εικόνες 19α: Ομάδα αγγέλων και 19β: Λεπτομέρεια. (Ζωοδόχος Πηγή Αγίου Βασιλείου Κορινθίας)


[1] Μιχαίας, κεφ. Α΄, Αγία Γραφή (Επιμ. Ι. Κολιτσαρά), Εκδόσεις Κουμουνουρέα, Αθήνα 1981, σελ, 342.

[2] Α. Ξυγγόπουλος, σελ. 199.

[3] Το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, κεφ. ΙΖ’, παρ. 1-9, Καινή Διαθήκη, (επιμέλεια Π. Τρεμπέλα), Ο Σωτήρ, Αθήναι 1986, σελ. 74-75.

[4] Το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, κεφ. ΙΖ’, παρ. 1-9, σελ. 74-75.

[5] Γριστόπουλος, 1999, σελ. 36.

[6] Το κατά Μαρκον ευαγγέλιο, κεφ. Θ’, παρ. 3, Καινή Διαθήκη, (επιμέλεια Π. Τρεμπέλα), Ο Σωτήρ, Αθήναι 1986, σελ. 173.

[7] Ξ. Προεστάκη, “Η παλαιά Μονή των Ταξιαρχών στο Στεφάνι Κορινθίας” στο: Ανταπόδοση. Μελέτες βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης προς τιμήν της καθηγήτριας Ελένης Δεληγιάννη-Δωρή, Αθήνα 2010, 393-430, εδώ σελ. 42

[8] Προεστάκη 2006, σελ. 125, 129.

[9] Εκκλησιαστική βιβλιοθήκη  φως. Μηναίο του  Αυγούστου, Αθήνα, Αύγουστος 1970. Δεύτερος κανόνας Ιωάννου Δαμασκηνού, ωδή ογδόη,  στίχος τρίτος, σελίδα 77.

[10] Ξυγγόπουλος, σελ. 198.

[11] Α. Γριτσόπουλος, Ιερά Μονή Παναγίας Φανερωμένης Χιλιομοδίου, Εκδόσεις Ιεράς Μονής, Αθήνα 1996, σελ. 77.

[12] Ομοίως, σελ. 92.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: